Επειτα από χρόνια ίσως αναρωτιόμαστε ποιος υπήρξε ο χειρότερος Πρόεδρος της Βουλής από το 1974. Η Ζωή ή ο Βούτσης;
Το καλοκαίρι του 2015 δεν υπήρχε δίλημμα. Η Ζωή ήταν γκανιάν. Και δεν ξέραμε ακόμη τον Βούτση.
Τώρα τα πράγματα μπερδεύτηκαν. Ο Βούτσης δεν έχει ασφαλώς τη γραφικότητα της Ζωής. Υπερτερεί όμως στα πρακτικά.
Ούτως ή άλλως, κανείς από τους δύο δεν υπηρετεί την αίσθηση που οφείλει να αποκομίζει κάθε πολίτης, ότι ο Πρόεδρος της Βουλής δεν αποτελεί τον μακρύ βραχίονα μιας κοινοβουλευτικής ή πολιτικής πλειοψηφίας. Αλλά είναι επικεφαλής ενός θεσμού.
Συνεπώς οφείλει να εκφράζει ακόμη και εκείνους που δεν μετέχουν στην πλειοψηφία η οποία τον ανέδειξε. Και να πολιτεύεται υπεράνω κομματικών επιδιώξεων.
Στο έργο αυτό απέτυχαν και οι δύο. Υπεκφυγές, τερτίπια, ανοίκειες συμπεριφορές, μικροπολιτικές κομπίνες, αυταρχισμός είναι στην ημερήσια διάταξη. Στην περίπτωση του Βούτση προστίθεται και μια κομματική ατζέντα.
Από μόνη της η υπόθεση Κουτεντάκη δεν έχει τόση σημασία.
Ενας τυχαίος συριζαίος είναι που κατάφερε να φτάσει μέχρι λέκτορας διδάσκοντας «οικονομικά της εργασίας». Ως βασικό προσόν του αναφέρεται ότι μετείχε στη σύνταξη του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ – ξέρετε, εκείνο που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ πέταξε στα σκουπίδια…   
Το πιθανότερο είναι ότι σε μερικούς μήνες θα τον αλλάξει η επόμενη Βουλή. Δεν μπορεί ένας επικεφαλής ανεξάρτητης επιτροπής να αποκαλεί τον Μητσοτάκη «νεοφιλελεύθερο διαπλεκόμενο γόνο με ακροδεξιά στηρίγματα» (10/1/2016).
Εχει σημασία όμως ότι ο Πρόεδρος θεωρεί πως η επιλογή ενός επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού δεν χρειάζεται να συνδέεται με προσόντα, βιογραφικά, ειδικές γνώσεις ή προδιαγραφές.
Προκύπτει (κατά δήλωση του Βούτση) από «προσωπική άποψη που διαμορφώνει ο Πρόεδρος της Βουλής».
Ακριβώς δηλαδή όπως ο Πολάκης τοποθέτησε «τον Μπάμπη τον βουλκανιζατέρ» υποδιοικητή του Νοσοκομείου Σαντορίνης.  
Κι αν ο Πρόεδρος της Βουλής σκαμπάζει από οικονομικά, ας πούμε ότι μπορεί κάπως να αξιολογήσει τον κάθε Κουτεντάκη. Εξ όσων γνωρίζω, ουδείς έχει αντιληφθεί ποτέ την παραμικρή εξοικείωση του Βούτση με το αντικείμενο.
Στην περίπτωση Κουτεντάκη δεν διαβουλεύτηκε με τα άλλα κόμματα. Δεν επιχείρησε καν να οικοδομήσει μια διακομματική ή υπερκομματική συναίνεση. Δεν συμβουλεύτηκε το Σώμα του Κοινοβουλίου, κάποια επιτροπή, έστω όσους γνωρίζουν το αντικείμενο. Οχι!
Εβαλε εκείνον που γούσταρε για τους λόγους που γούσταρε. Λες και διάλεγε υπάλληλο στο μαγαζί του. Αρκεί που έβριζε τον Μητσοτάκη. Τελεία.
Ενδεχομένως η διαδικασία δεν είναι παράτυπη, ούτε παράνομη. Είναι όμως βαθιά αντικοινοβουλευτική.
Ξέρετε γιατί; Επειδή τώρα, ό,τι κι αν πει το Γραφείο Προϋπολογισμού, θα απαντούν οι άλλοι «σιγά τους ρεμπεσκέδες του ΣΥΡΙΖΑ!». Απαξιώθηκε.  
Κι ένα δημοκρατικό Κοινοβούλιο οφείλει πρωτίστως να αναζητεί εξαντλητικά τον κοινό τόπο ώστε να στηρίξει το κύρος του.
Πριν κάνει ό,τι γουστάρει.