Οταν ήμαστε προς το τέλος της εφηβείας, τότε που λέγαμε τα μεγάλα λόγια και νομίζαμε ότι θα τρέξουμε τη ζωή καβάλα σε άλογα που θα καλπάζουν σε ανοιχτούς ορίζοντες, διακινούνταν στην παρέα μας ένα τσιτάτο που το είχαμε περί πολλού. Λέγαμε ότι, ακόμη και αν αυτό δεν συμβεί ποτέ, πρέπει να έχεις φτιάξει τη ζωή σου με τέτοιο τρόπο ώστε αν αποφασίσεις μια μέρα να τα παρατήσεις όλα και να πας ως ιεραπόστολος στην Αφρική, την επομένη να μπορείς να το κάνεις. Φανταζόμαστε, δηλαδή, μια ζωή χωρίς επαγγελματικές, οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις, μια ζωή «να μας πάρει μακριά, να μας πάει στα ξένα μέρη, φύσα θάλασσα πλατιά, φύσα αγέρι, φύσα αγέρι», για να θυμηθώ τον Σαββόπουλο. Ε, μετά μεγαλώσαμε, είδαμε πόσα απίδια βάζει ο σάκος και, μετρώντας ρυτίδες και συμβάσεις, γελούσαμε με τα υπερφίαλα νιάτα μας.
Ε, να λοιπόν που η γιαγιά Ιρμα μάς απέδειξε ότι αυτό μπορεί να γίνει. Και μάλιστα, έχοντας ζήσει μια ζωή σκληρή, γεμάτη υποχρεώσεις. Που ούτε την κούρασε ούτε την αποθάρρυνε. Στα 93 της, σαν έτοιμη από καιρό, βοηθώντας ανθρώπους, δεν περιθάλπει μόνο εκείνους. Προσθέτει και στη δική της ύπαρξη. Αυτή τη μοναδικότητα του βλέμματος κάποιου που του σώζεις τη ζωή. Πώς σε κοιτάει ένα παιδί, που μπορεί σε λίγες ώρες να έσβηνε από τη δίψα, όταν του δίνεις λίγο νερό; Πέρα από ανθρωπιστικές επιταγές, φαντάζομαι (γιατί δεν επιδίωξα ποτέ να μου συμβεί – αφήστε τι έλεγα μικρή) ότι πρόκειται για μια εμπειρία μοναδική, ένα συναίσθημα που αξίζει να περιμένεις ακόμη και μια ζωή για να το βιώσεις. Οπως η γιαγιά Ιρμα. Που μου θύμισε και κάτι άλλο που λέγαμε στα νιάτα μας. Μια φράση από το έργο του Αρμπούζοφ «Καημένε μου Μάρικ»: «Δεν είναι αργά να αλλάξει κάποιος τη ζωή του ακόμη και δέκα λεπτά πριν πεθάνει».