Τα Δωδεκάνησα υπήρξαν αντικείμενο του πόθου κάθε λογής κατακτητών αλλά και χώρος ενδιαφέροντος των ισχυρών κρατών κάθε εποχής: Πέρσες, Σαρακηνοί, Βενετοί, Γενουάτες, Σταυροφόροι, Τούρκοι, που τα ενέταξαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την πολιορκία της Ρόδου το 1522 – όλοι πέρασαν από εκεί. Η μοίρα τους ήταν παράξενη, αφού παρά τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση του 1821, ανταλλάχθηκαν τελικά με την Εύβοια. Το 1912 τα κατέλαβαν οι Ιταλοί, αλλά η Συνθήκη των Σεβρών του 1920 όριζε ότι θα δοθούν Ελλάδα – όλα αυτά άλλαξαν όμως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την ταυτόχρονη άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία.
Η ελληνική εθνική ολοκλήρωση υπήρξε από τις μακρότερες στη διεθνή ιστορία: χρειάστηκαν 118 χρόνια και λίγες εβδομάδες από τις 3 Φεβρουαρίου 1830 όταν αναγνωρίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις η ελληνική ανεξαρτησία με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου και η Ελλάδα έγινε για πρώτη φορά κράτος στον σύγχρονο τότε κόσμο, μέχρι το 1948 όταν, στις 7 Μαρτίου, τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν και επισήμως στη μητέρα πατρίδα. Βέβαια η ελληνική σημαία είχε ήδη κυματίσει κυρίαρχη στη Ρόδο και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα από τις 31 Μαρτίου του προηγούμενου έτους, 1947, όταν υπογράφηκε η παράδοση της Δωδεκανήσου από τη Βρετανία στην Ελλάδα. Σε αυτά τα 118 χρόνια η ελληνική επικράτεια γνώρισε πολλές διαδοχικές διευρύνσεις που αργά αλλά σταθερά έφεραν τους ελληνικούς πληθυσμούς στο ίδιο ελεύθερο κράτος μαζί με μεγάλα γεωγραφικά τμήματα στα οποία προαιωνίως αυτοί κατοικούσαν. Διευρύνσεις άλλοτε ειρηνικές, όπως εκείνη των Ιονίων Νήσων και άλλοτε, τις πιο πολλές φορές, μέσα από σκληρότατες πολεμικές συγκρούσεις και υψηλό φόρο αίματος.
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. Οπως και το 1830, έτσι και το 1948, τόσο η αρχή της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης όσο και το τέλος της είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: αφενός ότι δεν υπήρξαν διμερή ζητήματα, αλλά, αντιθέτως, πέρασαν μέσα από κρίσιμες διεθνείς πολεμικές και διπλωματικές διεργασίες, στις οποίες ενεπλάκησαν οι ισχυροί όλου του κόσμου. Και, αφετέρου, ότι οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις ήταν τελικά εκείνες οι οποίες επέβαλαν τη θετική για την Ελλάδα ολοκλήρωσή τους. Αυτό συνέβη και μετά το 1827 και τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου που έσωσε την πνιγμένη πια στο αίμα Ελληνική Επανάσταση, αυτό συνέβη και από το 1946 όταν η Ελλάδα ζήτησε και πήρε τα Δωδεκάνησα στη μεταπολεμική Διάσκεψη των Παρισίων με την υποστήριξη των δυτικών συμμάχων της και την απρόσμενα θετική στάση της Σοβιετικής Ενωσης, η οποία πάντως είχε έναν σημαντικό αστερίσκο που υπήρξε πηγή μεταγενέστερων προβλημάτων: την επιβολή της αποστρατικοποίησης των νησιών. Παρά το ισχυρότατο εθνικό τους αίσθημα, η μοίρα των Δωδεκανήσων υπήρξε ιστορικά συναρτημένη με τις βουλήσεις των μεγάλων δυνάμεων.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ. Πέρασε πάνω από ένας χρόνος από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι να φτάσουμε στη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1946 στο Παρίσι, όταν οι τέσσερις μεγάλες νικήτριες δυνάμεις αποφάσισαν ότι τα Δωδεκάνησα περνούν στην Ελλάδα. Και χρειάστηκαν ακόμα εννέα μήνες μέχρι η απόφαση να γίνει πραγματικότητα με την υπογραφή της σχετικής συνθήκης παραχώρησης από την Ιταλία. Στις 31 Μαρτίου 1947 οι Βρετανοί παρέδωσαν τη διοίκηση στον αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Στις 9 Ιανουαρίου 1948 η προσάρτηση κυρώθηκε με το νόμο 518 της Δ" Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων. Η τελετή ενσωμάτωσης έγινε στις 7 Μαρτίου 1948.
Δεν χρειάζεται να γραφτούν πιο πολλά εδώ. Αλλωστε, «ΤΑ ΝΕΑ», εκτός από όλη την άλλη κάλυψή τους σε εκείνες τις μέγιστες εθνικές στιγμές για την Ελλάδα, είχαν στείλει στη Ρόδο έναν από τους πιο σημαντικούς και μακροβιότερους αρθρογράφους του 20ού αιώνα, τον Παύλο Παλαιολόγο. Ο λόγος λοιπόν ανήκει σε εκείνον, στα τηλεγραφήματά του, όπως και σε όλους τους ανθρώπους της εκδοτικής ομάδας της εφημερίδας οι οποίοι έγραψαν και αυτοί τις δικές τους σπουδαίες δημοσιογραφικές σελίδες τις ώρες που η Ελλάδα έγραφε τις μεγάλες ιστορικές δικές της. Δυστυχώς, όμως, εν μέσω της τραγωδίας του αδελφοκτόνου Εμφυλίου Πολέμου.