Δύο διατροφικά πλάνα – μια χορτοφαγική διατροφή που επιτρέπει ωστόσο την κατανάλωση αβγών και γαλακτοκομικών και η γνωστή σε όλους μεσογειακή δίαιτα – αποδεικνύεται ότι είναι ισόπαλα σε ό,τι αφορά την προστασία της καρδιάς.
Αυτό προκύπτει από νέα μελέτη στην οποία συμμετείχαν 107 υγιείς πλην όμως υπέρβαροι άνθρωποι, ηλικίας 18 έως και 75 ετών. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ακολούθησαν είτε τη χορτοφαγική δίαιτα είτε το διαιτολόγιο των λαών της Μεσογείου για τρεις μήνες, περιορίζοντας ωστόσο στο μίνιμουμ τις κραιπάλες και άρα τις θερμίδες.  Ειδικότερα, το καθημερινό τραπέζι της μεσογειακής διατροφής περιελάμβανε πουλερικά, ψάρι, κόκκινο κρέας (περιορισμένη ποσότητα), φρούτα, λαχανικά και όσπρια. Οταν ολοκληρώθηκαν οι τρεις μήνες, οι δύο ομάδες άλλαξαν διατροφικό πρόγραμμα.
Αυτό που διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την ίδια έρευνα που δημοσιεύτηκε στην ιατρική επιθεώρηση «Circulation»,  είναι ότι όλοι οι συμμετέχοντες ανεξαρτήτως διατροφικού προγράμματος έχασαν 1,3 κιλά σωματικού λίπους και περίπου 1,8 κιλά σωματικού βάρους. Επιπλέον, σημειώθηκε παρόμοια μείωση του Δείκτη Μάζας Σώματος (υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος σε κιλά με το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα).
Οι διαφορές. Εντούτοις, οι ερευνητές εντόπισαν δύο σημαντικές διαφορές. Η χορτοφαγική διατροφή ήταν πιο αποτελεσματική ως προς τη μείωση της LDL (της κακής) χοληστερόλης. Αντίθετα, η μεσογειακή δίαιτα οδήγησε σε σημαντική μείωση των τριγλυκεριδίων που ενοχοποιούνται για την αύξηση του  κινδύνου να υποστεί κανείς καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
«Αυτό που πρέπει  κανείς να συγκρατήσει από τα αποτελέσματα της έρευνάς μας είναι ότι μια χαμηλή σε θερμίδες χορτοφαγική δίαιτα που επιτρέπει την κατανάλωση αβγών και γαλακτοκομικών μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να μειώσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο με οφέλη ισάξια αυτών της μεσογειακής δίαιτας», σημειώνει ο υπεύθυνος της έρευνας, καθηγητής Κλινικής Διαιτολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας Dr. Francesco Sofi.
Συνεπώς, συμπληρώνει, οι άνθρωποι έχουν περισσότερες από μία επιλογές να προστατέψουν την καρδιά τους μέσω της καθημερινής διατροφής.
Τα κοινά σημεία. Οι δύο δίαιτες έχουν πολλά κοινά σημεία, γεγονός που πιθανόν να εξηγεί και τα όμοια οφέλη ως προς τη μείωση του κινδύνου στην ανάπτυξη των καρδιαγγειακών  παθήσεων, σημειώνει η καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Cheryl Anderson.
Και συνεχίζει: «Και τα δύο διατροφικά προγράμματα έχουν ως βάση την ισορροπημένη διατροφή καθώς είναι πλούσια σε φρούτα και λαχανικά, όσπρια και προϊόντα ολικής άλεσης. Επιπλέον, αμφότερα εστιάζουν στην ποικιλία, στην κατανάλωση κατάλληλων ποσοτήτων αλλά και στον περιορισμό της πρόσληψης ενέργειας από κορεσμένα λίπη».
Οι αδυναμίες. Οι ειδικοί δεν παρέβλεψαν να αναφέρουν και τις αδυναμίες της έρευνάς τους. Στη μελέτη συμμετείχαν άνθρωποι που αντιμετώπιζαν σχετικά χαμηλό ρίσκο να αναπτύξουν καρδιαγγειακές ασθένειες. Συνεπώς, όπως σημειώνουν, θα πρέπει να συνεχιστούν οι ερευνητικές προσπάθειες, βάζοντας στο μικροσκόπιο ασθενείς που αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν προβλήματα καρδιάς. Επιπλέον, θα πρέπει να διαπιστωθεί «εάν οι υγιεινές εκδόσεις των παραδοσιακών διατροφικών συνηθειών σε όλο τον κόσμο,  που δίνουν έμφαση στα φρέσκα τρόφιμα και περιορίζουν τα σάκχαρα, τα κορεσμένα λίπη και το νάτριο, μπορούν να αποτρέψουν και να διαχειριστούν την παχυσαρκία και τις καρδιαγγειακές παθήσεις».