Την πεποίθηση ότι «η ελληνική οικονομία ανακάμπτει, το πρόγραμμα του ESM θα λήξει τον Αύγουστο και ίσως τελικά να ελαφρυνθούν και να αρθούν τα capital controls» εξέφρασε την Πέμπτη, από το βήμα του 3ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, η πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ντανιέλ Νουί.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί θα πρέπει να καλύψουν ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και όχι μόνο ορισμένες περιφέρειες,

Η ίδια επισήμανε ότι παρότι οι προκλήσεις παραμένουν -με ισχυρότερη αυτή των μη εξυπηρετούμενων δανείων- οι ελληνικές τράπεζες έχουν διανύσει μεγάλο δρόμο, διαθέτουν πλέον «κεφαλαιακό μαξιλάρι» και εξαρτώνται όλο και λιγότερο από τον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας ΕLA. Απευθυνόμενες στις αγορές, προσέθεσε, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν, έκαναν αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και διεύρυναν τα διοικητικά τους συμβούλια με νέα πρόσωπα κύρους, ανεξάρτητα και πεπειραμένα, τα οποία όμως, όπως χαρακτηριστικά πρόσθεσε, «μένει να αποδείξουν τη φήμη τους».

Για τις ελληνικές τράπεζες, σημείωσε, «το πρωτεύον (…) είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια». Όπως είπε, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στην Ευρώπη, κοντά στο 50%, γεγονός που οδηγεί σε μείωση κερδών και δεν επιτρέπει την κατανομή πόρων σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες τής πραγματικής οικονομίας. Για αυτό άλλωστε, προσέθεσε, μόλις ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα κέρδη που παρουσιάζουν οι τράπεζες μετατρέπονται σε ζημίες.

Σύμφωνα με την κ. Νουί, τα NPLs, που δημιουργούν προσκόμματα στην ανάπτυξη, αποτελούν τον πιο αδύναμο κρίκο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αλλά δεν είναι ζήτημα μόνο των τραπεζών και των εποπτικών μηχανισμών. Χρειάζεται, όπως είπε, να βρεθούν στο επίκεντρο μιας προσπάθειας ενίσχυσης του νομικού και δικαστικού πλαισίου για την ταχύτερη εξυπηρέτησή τους. Η αναγκαστική είσπραξη οφειλών και η εξωδικαστική αναδιάρθρωση είναι μερικοί μόνο από τους τομείς στους οποίους απαιτείται η ενίσχυση του πλαισίου.

Η πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ επισήμανε ακόμη ότι η Ελλάδα έχει θεσπίσει νέους νόμους για το ζήτημα, κι αυτό είναι ενθαρρυντικό και αποτελεί συνετό βήμα. Ωστόσο, συμπλήρωσε, δεν αρκεί η θέσπιση νόμων, χρειάζεται και η εφαρμογή τους. Όπως είπε, το σχετικό πλαίσιο θα πρέπει να υιοθετηθεί ταχέως.

Σε ό,τι αφορά τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, η ίδια επισήμανε ότι θα πρέπει να καλυφθεί ολόκληρη η ελληνική επικράτεια και όχι μόνο ορισμένες περιφέρειες, ενώ παράλληλα οι αρχές θα πρέπει να προστατεύσουν τους συμβολαιογράφους, που λαμβάνουν μέρος σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και έγιναν εσχάτως στόχος επιθέσεων.

«Δεν έχω γυάλινη σφαίρα για να προβλέψω το μέλλον»

Αναφερόμενη στα stress tests, επισήμανε ότι θα μετάσχουν σε αυτά συνολικά 37 ευρωπαϊκές τράπεζες, εκ των οποίων τέσσερις ελληνικές, για τις οποίες όπως είπε τα αποτελέσματα θα είναι διαθέσιμα ταχύτερα και θα δημοσιευτούν μέσα στον Μάιο. Ερωτηθείσα σχετικά με το πιθανό αποτέλεσμά τους, ωστόσο, απάντησε: «Δεν έχω γυάλινη σφαίρα για να προβλέψω το μέλλον. Θα πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα των stress tests».

Η κ. Νουί επισήμανε ακόμη ότι οι ελληνικές τράπεζες ασθένησαν βαριά και μπήκαν στην εντατική για αρκετό καιρό, αλλά πλέον η κατάστασή τους σταθεροποιείται και όλοι οι δείκτες επανέρχονται στα κανονικά επίπεδα. «Όπως όμως όλοι οι μακροχρόνια ασθενείς, είναι ακόμη κάπως αδύναμες και η πλήρης ανάκαμψή τους θα πάρει χρόνο» είπε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ωστόσο ότι τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην ευρωζώνη, «μιας και βρισκόμαστε και στους Δελφούς, είναι σκόπιμο να πω ότι οι οιωνοί είναι ευνοϊκοί».

Η ίδια επισήμανε ακόμη ότι το θέμα των κόκκινων δανείων, τα οποία παρότι μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια παραμένουν υψηλά, στα 760 δισ. ευρώ, απασχολεί συνολικά την ΕΕ, ενώ η προσέγγιση της ΕΚΤ στο ζήτημα αναπτύσσεται σε τρία πεδία: το πρώτο είναι το έγγραφο κατευθύνσεων ποιοτικού χαρακτήρα, το οποίο χρησιμεύει ως η βάση για να αναπτύξουν οι τράπεζες δικές τους στρατηγικές για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Το δεύτερο είναι ο διάλογος μεταξύ εποπτών και τραπεζών και το τρίτο το συμπλήρωμα του εγγράφου των κατευθύνσεων της ΕΚΤ.