«Το λυκόφως της Μέρκελ έχει ξεκινήσει» είπε θριαμβευτικά η Αντρεα Νάλες, υποψήφια ηγέτις των Σοσιαλδημοκρατών, σε κομματική συγκέντρωση στις 14 Φεβρουαρίου. Η λέξη που επέλεξε, «dämmerung», παραπέμπει στο «Λυκόφως των θεών» του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Τόσο μυθική φαντάζει η πτώση της Μέρκελ ακόμη και στα μάτια των πολιτικών της αντιπάλων.  
Η γερμανίδα καγκελάριος τόλμησε να ηγηθεί του CDU για τέταρτη φορά σε εκλογές. Και δεν τα πήγε άσχημα: μπορεί τα ποσοστά των Χριστιανοδημοκρατών να μειώθηκαν, το κόμμα τους ωστόσο παρέμεινε με διαφορά πρώτο. Ακολούθησαν εντούτοις τέσσερις επώδυνοι μήνες αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης. Για να βγει η Μέρκελ από το αδιέξοδο, παραχώρησε τα σημαντικότερα υπουργεία σε βουλευτές των Σοσιαλδημοκρατών και τον επικεφαλής των Χριστιανοκοινωνιστών Χορστ Ζεεχόφερ. Οι αντιδράσεις στο κόμμα της ήταν αναμενόμενες. Κυρίως η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τον Σοσιαλδημοκράτη Ολαφ Σολτς έχει αναστατώσει τους Χριστιανοδημοκράτες, που φοβούνται ότι θα καταστραφεί η κληρονομιά των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών του Σόιμπλε.   
Κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας της η Ανγκελα Μέρκελ έστρεψε το κόμμα της προς τα αριστερά, υιοθετώντας προοδευτικότερες θέσεις. Αυτή η στροφή αποδείχθηκε όμως δίκοπο μαχαίρι: για καιρό κατάφερνε να προσελκύει στο CDU ψηφοφόρους κεντροαριστερών πεποιθήσεων, αποδυναμώνοντας Σοσιαλδημοκράτες και Πρασίνους. Αλλά όταν ξέσπασε η προσφυγική κρίση, η μετριοπάθειά της απομάκρυνε τους πιο συντηρητικούς ψηφοφόρους του CDU, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό τους να βρει καταφύγιο στην Εναλλακτική για τη Γερμανία.  
Εκτός από την αλλοίωση του χαρακτήρα του κόμματος, στην καγκελάριο προσάπτονται προσκόλληση στην εξουσία και αδυναμία να ανανεώσει το κόμμα. «Το CDU κατάντησε μηχανή διατήρησης της εξουσίας. Είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι έπειτα από 12 χρόνια διακυβέρνησης η Μέρκελ μπορεί να φέρει την ανανέωση» λέει ο Αντρέας Ρέντερ, καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Γιοχάνες Γκούτενμπεργκ στο Μάιντς.
  
Εχοντας πλήρη συναίσθηση της αδυναμίας της να οδηγήσει το κόμμα στο μέλλον, η καγκελάριος έσπευσε αυτές τις ημέρες να κατευνάσει (προς το παρόν επιτυχώς) τα πνεύματα, αναθέτοντας κάποια αξιώματα σε νέα πρόσωπα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο 37χρονος Γενς Σπαν και η «μίνι Μέρκελ» Ανεγκρετ Κραμπ – Κάρενμπαουερ. Ο Σπαν, που εάν εγκριθεί από τους Σοσιαλδημοκράτες ο μεγάλος συνασπισμός θα αναλάβει το υπουργείο Υγείας, είναι δριμύτατος επικριτής της προσφυγικής πολιτικής της καγκελαρίου. Η Κραμπ – Κάρενμπαουερ εξελέγη γενική γραμματέας και θεωρείται επικρατέστερη διάδοχός της στην ηγεσία του κόμματος.  
Πολλοί όμως δεν δείχνουν να πείθονται: «Το υπουργείο Οικονομίας, το υπουργείο Αμυνας και τη Γενική Γραμματεία αναλαμβάνουν έμπιστοι της Μέρκελ. Aυτό συνιστά διατήρηση του status quo» σημειώνει ο Ραλφ Μπόλμαν στη «Frankfurter Allgemeine Zeitung».
Η λύση της αλλαγής ηγεσίας έχει πολλούς υποστηρικτές. Ο ιστορικός Πάουλ Νόλτε, μιλώντας στην «Die Welt», επισημαίνει: «Τα επόμενα δύο με τέσσερα χρόνια είναι η αρχή του τέλους της Μέρκελ και αυτό είναι καλό. Θα της πρότεινα να χρησιμοποιήσει αυτό το διάστημα ως μεταβατική περίοδο ώστε να οδηγήσει το κόμμα στις εκλογές ο ή η διάδοχός της». Ο Ρέντερ πιστεύει σε ακόμη πιο δραστικά μέτρα: «Η καλύτερη λύση είναι οι Σοσιαλδημοκράτες να καταψηφίσουν τον μεγάλο συνασπισμό και να οδηγηθούν CDU και SPD σε νέες εκλογές με νέους ηγέτες. Μόνο έτσι θα ανανεωθούν πραγματικά».

Σπαν και Κάρενμπαουερ, οι πρωταγωνιστές
Ο Γενς Σπαν και η Ανεγκρετ Κραμπ – Κάρενμπαουερ θα είναι το προσεχές διάστημα οι πρωταγωνιστές του CDU. Εκπροσωπούν δύο αντίρροπες δυνάμεις, με τον πρώτο να επιδιώκει μια δεξιά στροφή των Χριστιανοδημοκρατών προκειμένου να επαναπατριστούν ψηφοφόροι από το ακροδεξιό κόμμα και τη δεύτερη να την απορρίπτει. «Εχω την αίσθηση ότι αυτό που οι περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ως κεντρώο χώρο βρίσκεται πιο δεξιά από το CDU» έχει πει ο Σπαν, ενώ η Κραμπ – Κάρενμπαουερ, κατά την ομιλία της στο συνέδριο που την ανέδειξε στη θέση της γενικής γραμματέως, τόνισε ότι το CDU πρέπει να είναι ένα ισχυρό λαϊκό κόμμα και όχι ένα μαζικό κίνημα άνευ συγκεκριμένου πολιτικού μηνύματος, από το οποίο θα «βυζαίνει» όποιος θέλει.