Οχι, δεν υπάρχει καμία τέτοια οργή. Ούτε η πιο δίκαιη δεν σε οδηγεί στο σπίτι του θύματος για να απειλήσεις. Οπως δεν σε οδηγεί και καμία αλληλεγγύη σε εκείνον που επιχείρησε να σκοτώσει το θύμα με μια βόμβα. Δεν είναι η συμπαράσταση στον θύτη – αν μπορεί να υπάρξει ποτέ τέτοιο πράγμα. Ούτε οι πεποιθήσεις σου, οι αντιλήψεις σου για τη ζωή και την κοινωνία, το όραμά σου για έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο χωρίς εξουσία. Είναι ο φανατισμός. Είναι μόνο το τυφλό μίσος. Είναι το αίμα που θέλεις να δεις να χύνεται.
Η σύγκριση δεν είναι πια ανίερη. Ο ίδιος φανατισμός οδηγεί τους νεοναζιστές, το ίδιο τυφλό μίσος μοιράζονται. Η μήτρα της βίας είναι η ίδια. Ανίερες είναι πια οι διακρίσεις ανάμεσα στους φανατικούς, η στοργή απέναντι στους «δικoύς μας», η ανοχή στο μίσος τους, η πεποίθηση ότι μια μέρα ο δικός τους φανατισμός θα στερέψει επειδή έχει ευγενή κίνητρα, ότι θα αμβλυνθούν τα πάθη. Είναι η αναγωγή τους σε «παιδιά», η τοποθέτησή τους στον βολικό κόσμο των ανηλίκων όπου τα πάντα πρέπει να συγχωρούνται μέχρι την ημέρα που θα αποφασίσουν να αναλάβουν τις ευθύνες της ωριμότητας.
Αλλά πόσο παιδικό είναι το χέρι που έκαψε τους εργαζομένους της Marfin; Πόσο ανήλικα ήταν τα άλλα που έφτιαξαν τη βόμβα για τον Λουκά Παπαδήμο ή εκείνο που κάρφωσε τη φωτοβολίδα στο πόδι της Αναστασίας Τσουκαλά; Ολα αυτά τα χέρια κρύβονται, όπως κρύβονται εκείνα που επιτέθηκαν με πυρσούς και λοστούς στη Φαβέλα για να σκοτώσουν. Το μόνο που δεν κρύβεται είναι το τρομακτικά ώριμο μίσος όλων τους.