Δεν συγκαταλέγομαι ανάμεσα σε εκείνους που εξιδανικεύουν το παρελθόν και θεωρούν ότι ο πολιτικός μας βίος έχει πάρει ανεπιστρεπτί την κατιούσα. Αλλωστε, όχι επισταμένη έρευνα, αλλά και μόνο μια πρόχειρη ματιά να ρίξουμε σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους, θα διαπιστώσουμε ότι το παρελθόν συνδεόταν πάντοτε με τη νοσταλγία, το παρόν με τη σύγχυση και το μέλλον με την προσδοκία. Δεν φταίει κάποιο ελαττωματικό μας γονίδιο. Είναι ένας απλός αμυντικός μηχανισμός προκειμένου να αντέξουμε τις διαψεύσεις της καθημερινότητάς μας. Μπορούμε, λόγου χάριν, να προσάψουμε τα μύρια όσα στο επίπεδο του μεταδικτατορικού μας Κοινοβουλίου, αλλά εάν θελήσουμε με ειλικρίνεια να απαντήσουμε ποιο από τα δύο, το μεταδικτατορικό ή το προδικτατορικό, συγγένευε περισσότερο με το Κοινοβούλιο της Ταϊβάν, ξακουστό διεθνώς για τις κλωτσοπατινάδες του, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ήταν το δεύτερο μάλλον παρά το πρώτο. Ιδίως μετά τα Ιουλιανά του 1965, ένα καλό μπουνίδι ήταν εξίσου εύκαιρο με ένα καλό επιχείρημα, δίχως φυσικά να αμφισβητούμε ότι τότε τα επιχειρήματα (πιθανόν και τα μπουνίδια) ήταν ανώτερης ποιότητας από τα σημερινά. Ποια ήταν η πραγματική ειδοποιός διαφορά; Η απουσία της τηλεοπτικής καταγραφής. Ο,τι προλάβαινε να συλλάβει ο φωτογραφικός φακός από τα θεωρεία – που και αυτός, όπως γίνεται κατανοητό, ούτε βρισκόταν σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα ούτε είχε την ενάργεια της κινούμενης εικόνας. Οι συρράξεις δεν καταγράφονταν στα πρακτικά της Βουλής. Ακόμη και τα επιχειρήματα, όμως, τις ανεπανάληπτες ρητορικές πιρουέτες, ήσουν υποχρεωμένος να τις εντοπίσεις σαν πευκοβελόνες ανάμεσα σε ατελείωτα βαρετά κατεβατά, εντεταλμένα να εξοντώσουν και τον πιο χαλκέντερο κοινοβουλευτικό συντάκτη. Τίποτε δεν θα ήταν πλέον ίδιο με παρούσες τις τηλεοπτικές κάμερες.
Είναι ευρέως γνωστό πως ο Τζον Κένεντι κέρδισε τον Ρίτσαρντ Νίξον στις προεδρικές εκλογές του 1960 με ασήμαντη διαφορά, στα όρια του στατιστικού λάθους. Λιγότερο γνωστό είναι πως έβαλε το χεράκι της και η αμερικανική Μαφία, ως οικογενειακή φίλη των Κένεντι από την εποχή της ποταπαγόρευσης, όταν ο μπαμπάς Τζόζεφ έφτιαχνε με λαθραίο ουίσκι το πρώτο του γερό κομπόδεμα. Ακόμη λιγότερο γνωστό είναι πως ίσως να έπαιξε μοιραίο ρόλο ο ιδρώτας του Νίξον, όπως και η αξυρισιά του, στο πρώτο τηλεοπτικό debate μεταξύ υποψηφίων προέδρων. Σε ένα εκλογικό σώμα που μπέρδευε ήδη το είναι με το φαίνεσθαι, η τηλεόραση ήρθε να ρίξει το συντριπτικό βάρος της υπέρ του φαίνεσθαι. Δεν αρκούσαν πια τα επιχειρήματά σου. Επρεπε να μπορείς και να τα διατυπώσεις. Εάν είχες ατράνταχτα επιχειρήματα αλλά κεκέδιζες, ξεκινούσες με ένα ισχυρό μειονέκτημα απέναντι σε κάποιον που έλεγε γαργάρα αισθητά πιο αδύναμα επιχειρήματα από τα δικά σου. Εάν είχες όμορφα γαλάζια μάτια, έπαιρνε ο διάολος τα επιχειρήματα, μετά κεκεδισμού ή άνευ. Εάν είχες και το ανάλογο παράστημα, τίναζες την μπάνκα στον αέρα. Κανένας δεν θυμόταν έπειτα τι είπες. Ούτε και χολόσκαγε να θυμηθεί.
Είναι αλήθεια επίσης ότι η τηλεόραση ενίσχυσε και καλλιέργησε τον συναισθηματικό εξπρεσιονισμό στην πολιτική, αλλά δεν τον εφηύρε η ίδια. Τον βρήκε έτοιμο. Πάντοτε η ικανότητα να εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου – ιδίως τα αρνητικά και βίαια – ήταν σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, εάν γνώριζες να το αξιοποιήσεις σωστά, ακόμη και αν αυτά τα συναισθήματα δεν ήταν καν τα αυθεντικά σου. Αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν ότι ο Χίτλερ, τη νύχτα της 14ης προς 15η Μαρτίου του 1939, λίγες ώρες πριν εισβάλουν τα γερμανικά στρατεύματα στην Τσεχοσλοβακία, απόλαυσε με το πάσο του μια κινηματογραφική ταινία αφήνοντας επίτηδες τον προσκεκλημένο του τσεχοσλοβάκο πρόεδρο Εμίλ Χάτσα να τον περιμένει, εν συνεχεία τον ξέχεσε στα όρθια με ένα ψυχωτικό παραλήρημα δυσδιάκριτα διαφορετικό από επιληπτική κρίση (ο Χάτσα, λένε, παρέλυσε από τον τρόμο) και, αφού εξασφάλισε την άνευ όρων παράδοση της χώρας του, αποσύρθηκε στο διπλανό δωμάτιο και τσάκισε ευδιάθετος μισή ντουζίνα πάστες σοκολατίνες (ο Αδόλφος απεχθανόταν το κρέας, όχι όμως και τα γλυκά). Ο Χίτλερ είχε πάρει μαθήματα υποκριτικής από τον καιρό που πρόβαρε ρητορικές πόζες στις μπιραρίες του Μονάχου. Ασκούσε πλήρη έλεγχο πάνω στα εκφραστικά του μέσα. Η ψυχραιμία και η οργή δεν ήταν παρά πουκάμισα που έβαζε και έβγαζε κατά περίπτωση. Χειραγωγούσε με τόση επιτυχία τα συναισθήματα των άλλων ακριβώς επειδή ήταν σε θέση να χειραγωγήσει πρωτίστως τα δικά του.
Σε αντίθεση με τους επαγγελματίες πολιτικούς, οι περισσότεροι δεν προχωράμε πέρα από μια πρώτη επιδερμική ανάγνωση. Πιστεύουμε σε αυτό που βλέπουμε και, ως αδέξιοι φυσιογνωμιστές, κακέκτυπα του Λομπρόζο, ερμηνεύουμε ό,τι βλέπουμε με την πιο προφανή, αν και όχι απαραίτητα ορθή, εξήγηση. Ενας πολιτικός που ουρλιάζει είναι συνήθως, στα μάτια μας, ένας άνθρωπος που «τον πνίγει το δίκιο» του, κατ" επέκτασιν «αθώος». Ακόμη και όταν δεν τον βοηθάει η φωνή του (όπως επανειλημμένα έχει δηλώσει δημόσια ο Αδωνις Γεωργιάδης) αποκλείεται να είναι «ένοχος», επειδή – με το ίδιο απλοϊκό σκεπτικό – «ένοχοι» είναι οι ψύχραιμοι, οι μουλωχτοί, εκείνοι που «κρύβουν» τα συναισθήματά τους. Η αυθαίρετη εξίσωση «δεν δείχνεις συναισθήματα» = «δεν έχεις συναισθήματα» είναι κυρίαρχη σε όλα τα καφενόβια λαϊκά δικαστήρια. Είναι και η εξήγηση γιατί προτιμάμε να ψηφίζουμε πολιτικούς με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη κι επικοινωνιακό γκελ, έστω και αν η διανοητική τους ικανότητα σέρνεται στο πάτωμα ή αν η διοικητική τους ατζαμοσύνη μάς οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς. «Ενοχος» a priori o ξινός. «Αθώος» a priori ο γλυκούλης.
Από την άλλη πλευρά, ο κοινωνικός κομφορμισμός μάς υπαγορεύει ότι δεν συνάδουν με τον πολιτικό μας πολιτισμό η επιθετική συμπεριφορά και το υβρεολόγιο. Πρόκειται για παραλλαγή της παλιάς παρανόησης ανάμεσα στις πρόστυχες λέξεις και στους πρόστυχους ανθρώπους, στις πρόστυχες πολιτικές και στους πρόστυχους πολιτικούς. Εάν κληθούμε να επιλέξουμε μεταξύ ενός σαλταρισμένου βουλευτή που τρομοκρατεί απροστάτευτους ηθοποιούς γαβγίζοντας για «γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες» κι ενός ευπροσήγορου βουλευτή που αποδέχεται επίσημη πρόσκληση της πρεσβείας του Πακιστάν, της κοιτίδας των μεταναστών χωρίς χαρτιά, ώστε πρόθυμα να «δοθούν εξηγήσεις» και να «αρθούν παρεξηγήσεις», θα δυσκολευτούμε να πιστέψουμε ότι είναι ο ίδιος βουλευτής, το ίδιο κόμμα, ο διπρόσωπος Ιανός, τα πουκάμισα του Χίτλερ, εκείνου που, για δες σύμπτωση, συμβαίνει να είναι και ο ιδεολογικός πρόγονος του εν λόγω κόμματος. Εάν δεν κατορθώσουμε να απαλλαγούμε από αυτόν τον συναισθηματικό πριμιτιβισμό, να πάψουμε να ταυτίζουμε το είναι με το φαίνεσθαι, θα παραμείνουμε δέσμιοι των εσφαλμένων πολιτικών εντυπώσεων και συνακόλουθα των εσφαλμένων πολιτικών επιλογών. «Ασε με να κάνω λάθος» τραγουδούσε κάποτε ο Παπακωνσταντίνου. Σύμφωνοι. Ετσι για αλλαγή, ωστόσο, ας κάνουμε και μια φορά το σωστό.