Το ρολόι έδειχνε μία και κάτι μετά τα μεσάνυχτα όταν ανέβηκε στο βήμα ο Πάνος Καμμένος. Επέλεξε, λέει, να μιλήσει τελευταίος από τους πολιτικούς αρχηγούς και να ακούσει όλους τους υπόλοιπους. Στα πηγαδάκια των διαδρόμων, βέβαια, επικρατούσαν άλλες εκδοχές για τους λόγους που ήταν παρών – απών στην προχθεσινή συζήτηση. Και δεν πέρασε απαρατήρητο πως αν και είχε επιστρέψει το μεσημέρι από ταξίδι-αστραπή στην Πολωνία, προτίμησε να παρακολουθήσει το μεγαλύτερο μέρος της συνεδρίασης από τη θαλπωρή των ανεξάρτητων ελληνικών γραφείων. Παρ" όλα αυτά, όποιος είχε την αντοχή να ακούσει την καμμενική ομιλία μέχρι τέλους, άκουσε και το απόσπασμα που έβγαλε μια είδηση. «Βεβαίως», είπε με τρεμάμενη φωνή, «και διαφωνώ με την κυβέρνηση για τους χειρισμούς του ονόματος Μακεδονίας και θα κάνω τα πάντα για να σταματήσω κύριε Λεβέντη, βεβαίως όχι μόνο και δεν θα ψηφίσω για να μην παραδοθεί ο όρος Μακεδονία». Αγνοώντας τη σύνταξη, οφείλει κανείς να παρατηρήσει πως ο μικρός κυβερνητικός εταίρος ξαναβάζει στην ατζέντα ένα θέμα που ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε πολύ να απομακρύνει από αυτήν.
Αποστασιοποίηση
Ποιο; Την ενδοκυβερνητική διαφωνία για το Μακεδονικό. Αν έχει μια αξία το απόσπασμα της υπουργικής ομιλίας είναι γιατί θυμίζει πως το Μακεδονικό δεν έφυγε ποτέ τελείως από την επικαιρότητα. Οχι μόνο επειδή υπάρχει διπλωματική κινητικότητα για το Ονοματολογικό ή γιατί ο Πρωθυπουργός συζητά γι’ αυτό με τη Μέρκελ σήμερα. Σύμφωνα με γνωστό πολιτικό αναλυτή, «Novartis και Μακεδονικό αποδεικνύονται αλληλένδετα». Παρότι το πρώτο ζήτημα μοιάζει να επιστρατεύτηκε για να περιοριστεί η επίδραση του δεύτερου στην εικόνα της κυβέρνησης. Τα συνδέει «το αποτέλεσμα που προκαλούν», δηλαδή «η αποστασιοποίηση της κοινής γνώμης από το πολιτικό σύστημα» – η οποία, όπως λέει γνωστός δημοσκόπος, αυξάνεται από τα τέλη του 2017, που άρχισε να κυριαρχεί στην επικαιρότητα το Μακεδονικό. «Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης», συμπληρώνει, «βλέπει τους πολιτικούς είτε ως διεφθαρμένους είτε ως προδότες. Και κάποιοι πλέον ως και τα δύο». Ο βαθμός αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, άρα, στην ανάλυσή του «είναι πολύ χαμηλός». Και το ίδιο το σύστημα φροντίζει μόνο του να τον ρίχνει ακόμη πιο χαμηλά.