Από ό,τι ειπώθηκε στη Βουλή κατά την εικοσάωρη συνεδρίαση της περασμένης Τετάρτης μια αποστροφή του Πρωθυπουργού μού έκανε την εντονότερη εντύπωση. «Εμείς είμαστε από άλλο υλικό φτιαγμένοι» είπε για την παράταξή του απευθυνόμενος στον αρχηγό της αντιπολίτευσης.
Δεν ψήλωσε αίφνης ο νους του κυρίου Τσίπρα. Δεν βρισκόταν σε παραλήρημα μεγαλείου όταν διαχώριζε τους συντρόφους του από τους αντιπάλους όπως τα πρόβατα από τα ερίφια. Οταν ανέβαζε τους δικούς του στον παράδεισο κατακρημνίζοντας τους άλλους στα τάρταρα. Γνήσιο παιδί της εν Ελλάδι κομμουνιστογενούς Αριστεράς ο Αλέξης Τσίπρας, έχει εξ απαλών ονύχων κατηχηθεί -και πιστέψει – στην ανωτερότητα όχι των πολιτικών ιδεών αλλά κάποιας μεταφυσικής ουσίας, ενός χρίσματος έστω, που φέρει ο ίδιος και οι συν αυτώ. Σε μια παλιά συνέντευξή του, στο περιοδικό «PlayBoy», ο Κώστας Ζουράρις το είχε διατυπώσει κατά τρόπο ανατριχιαστικά ειλικρινή: «Εγώ κομμουνιστής δεν έγινα. Γεννήθηκα. Οπως άλλοι γεννιούνται κωφάλαλοι».  
Η παράδοξη αυτή πεποίθηση πηγάζει από τα άγια των αγίων, από τα ευαγγέλια του Μαρξ και του Λένιν. Ο Μαρξ αποκρυπτογραφεί την Ιστορία, ερμηνεύει κάθε φαινόμενο και γεγονός υπό το πρίσμα της ακατάπαυστης, λυσσώδους ταξικής πάλης, η οποία νομοτελειακά θα οδηγήσει στον θρίαμβο του προλεταριάτου και στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Ο Λένιν αποκρυσταλλώνει την κομμουνιστική θεολογία. Το Κόμμα – ως άλλη Εκκλησία – τίθεται στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης στην «έφοδό της προς τον ουρανό». Η ηγεσία του διαθέτει το αλάθητο της Ιεράς Συνόδου. Οσοι θυσιάζονται στο βωμό του -πριν ή κατά την επανάσταση – αποκτούν φωτοστέφανο, αγιοποιούνται, γίνονται στάδια, πάρκα και εργοστάσια, μνημονεύονται στους αιώνες. («Και οι απόγονοι στις συγκεντρώσεις τα ονόματά μας θα διαλαλούν…» λέει ένα «αντάρτικο» τραγούδι, με πολωνέζικη μουσική και ελληνικούς στίχους.) Ο Λέων Τρότσκι, προτού τον πάρει στο κυνήγι ο Στάλιν, είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο. «Σκοπός της επανάστασής μας» έγραφε «δεν είναι η εγκαθίδρυση της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά η δημιουργία ενός καινούργιου τύπου ανθρώπου. Του Νέου Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό!»
Από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου οι απανταχού κομμουνιστές πίστευαν ακράδαντα ότι ήταν διαφορετικοί. Κι αυτό τους έκανε πράγματι διαφορετικούς. Ποιος θα υπέμενε τους απερίγραπτους διωγμούς – εξορίες, φυλακίσεις, βασανιστήρια – εάν δεν είχε ριζωμένη μέσα του την πεποίθηση πως φέρει τη σφραγίδα του καλού και του ωραίου, ότι κρατάει τα κλειδιά του παραδείσου, του επίγειου παραδείσου, για τους ανθρώπους του μόχθου; Ποιος θα άντεχε να τον σταυρώσουν κυριολεκτικά στη Μακρόνησο, να τον κλείσουν σε ένα σακί παρέα με μια εξαγριωμένη γάτα και να τον φουντάρουν στη θάλασσα; Ποιητές και συγγραφείς – σε εμάς ο σπουδαίος Γιάννης Ρίτσος – ενίσχυαν το φρόνημα των ομοϊδεατών τους, «τους ντόπαραν» θα έλεγε κάποιος κακεντρεχής. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμα και ο τραγικός Νίκος Πλουμπίδης, όταν – χυδαία συκοφαντημένος από τον Ζαχαριάδη – οδηγήθηκε στο απόσπασμα, φώναξε εμπρός στις κάννες «Ζήτω το ΚουΚουΕ!». Το ΚουΚουΕ, που τον αποκαλούσε χαφιέ, που διέδιδε ότι βρίσκεται στην Αμερική και ξεκοκαλίζει τα αργύρια της προδοσίας…   
   
Με αυτές τις αρχές, με αυτές τις ηρωικές διηγήσεις διαπλάστηκε ο Αλέξης Τσίπρας εντασσόμενος στην ΚΝΕ τη χρονιά που έπεφτε το Τείχος του Βερολίνου. Αυτές πήρε μαζί του όταν αποσκίρτησε προς τον Συνασπισμό. Ακόμα προφανώς και σήμερα εν έτει 2018, τι κι αν βρίσκεται ως εκ του ρόλου του στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων, τι και αν νιώθει την καυτή ανάσα ενός κόσμου που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν έχει αμφισβητήσει το θεμέλιο δόγμα του. Οτι ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του είναι από άλλο υλικό φτιαγμένοι.
Και γιατί να το κάνει; Η βάσανος της διαρκούς αμφιβολίας είναι δυσβάσταχτη, συχνά αφόρητη, σίγουρα δε ανασταλτική όταν στοχεύεις στα ύπατα αξιώματα.
Το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς, που επικαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ όποτε στριμώχνεται, είναι τα κόκαλα εκείνων που μαρτύρησαν πολλές δεκαετίες πριν, απόλυτα ανιδιοτελείς, εν πλήρει, ίσως, συγχύσει αθώοι. Ξεθάβουν τα κόκαλα και τα μεταχειρίζονται αδίστακτα σαν ρόπαλα και σαν δεκανίκια. Οικειοποιούνται τις δάφνες της Καισαριανής και του Γοργοπόταμου και στέφουν τα άκαπνα κεφάλια τους. Κοκορεύονται για μια ανωτερότητα που μάλλον έχουν υπεξαιρέσει παρά κληρονομήσει. Εκτός πια και αν ειλικρινά πιστεύουν ότι οι μαθητικές καταλήψεις και ο συναγελασμός στις πλατείες της «Αγανάκτησης» με τη Χρυσή Αυγή τούς καθιστούν – όπως τους έχει ονομάσει ο πατήρ Παππάς – «δρακογενιά».
Σε κάθε περίπτωση, ο Γιώργος Ζαμπέτας το έχει τραγουδήσει ανεπανάληπτα: «Κι ο απόγονος φοράει τη μεγάλη του στολή και πορτιέρης έχει γίνει σε δραματική σχολή…».