Χθες στη Βουλή αντιπαρατέθηκαν δύο κόσμοι. Ενας κόσμος με ισχυρή επιχειρηματολογία και ένας ενδεής επιχειρημάτων. Ενας κόσμος που υπερασπίστηκε με δομημένο και καίριο λόγο τον βίο και την πολιτεία του και ένας που εκτόξευσε κατηγορίες με κούφια λόγια και άσκοπα συνθήματα. Ενας κόσμος που όταν χρειάστηκε ανέλαβε ευθύνες, πολλές φορές μεγαλύτερες από αυτές που του αναλογούσαν, κι ένας που απέναντι στη φθορά των κυβερνητικών του ευθυνών επιστράτευσε κουκούλες. Ενας που δεν φοβήθηκε τη λάσπη κι ένας που την πέταξε υπό το κράτος του πανικού.
Το σχήμα είναι ασφαλώς μανιχαϊστικό. Εχει όμως τη σημασία του. Γιατί δεν φώτισε μόνο κάτι που καταγγέλθηκε ως σκευωρία – τη μεγαλύτερη και προχειρότερη σκευωρία της Μεταπολίτευσης, όπως ειπώθηκε. Παράλληλα ανέδειξε το βασικό πολιτικό πρόβλημα της κρίσης: τη στρατηγική του διχασμού και της έντασης που υιοθέτησε ένα μέρος του πολιτικού συστήματος για να ανέλθει στην εξουσία και τη διατηρεί έως σήμερα αυτούσια για να παραμείνει σε αυτήν. Την εμφυλιοπολεμική αντίληψη ότι η ύπαρξη του ενός προϋποθέτει την εξόντωση του άλλου, όχι μόνο την πολιτική αλλά και την ηθική.
Αν πρέπει να ξεχαστεί κάτι από τη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή, αυτό είναι τα ειρωνικά γέλια ενός κατηγόρου απέναντι στη συγκίνηση ενός κατηγορούμενου. Και αν πρέπει να μείνει κάτι, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από τον θεσμικό τρόπο με τον οποίο οι κατηγορούμενοι μετέτρεψαν τη σκευωρία σε κατηγορητήριο κατά των κατηγόρων τους. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνει η Ιστορία.