Διάφοροι δημοσιολογούντες περί την ελληνική εξωτερική πολιτική αναφέρονται συχνά στο «φοβικό σύνδρομο» που διακατέχει την πολιτική ελίτ της χώρας όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων της και τη δυναμική προώθηση των συμφερόντων της, κυρίως έναντι της Τουρκίας. Σπανίζουν δυστυχώς αναφορές σε ένα άλλο «φοβικό σύνδρομο» που αποδεδειγμένα διακατέχει μεγάλο μέρος της πολιτικής ελίτ της χώρας και το οποίο αφορά στην στάση των ελληνικών κυβερνήσεων να μην προχωρούν στην επίλυση των χρονιζόντων εθνικών ζητημάτων ακόμα και όταν οι συνθήκες αξιολογούνται ως ευνοϊκές για τα ελληνικά συμφέροντα. Το φοβικό «σύνδρομο της μη επίλυσης», το οποίο συνιστά χαρακτηριστικό των περισσοτέρων ελληνικών κυβερνήσεων, αφορά κυρίως στην αποφυγή του πολιτικού κόστους που θα επιφέρει οιοσδήποτε συμβιβασμός προκειμένου να υπάρξει συμφωνία με το κράτος που η Ελλάδα βρίσκεται σε αντιπαράθεση.  
Tο φοβικό «σύνδρομο της μη επίλυσης» ήταν με ιδιαίτερη ένταση παρόν στην ελληνική πλευρά από τη γέννηση του λεγόμενου «Μακεδονικού» προβλήματος στις αρχές της πρώτης μεταψυχροπολεμικής δεκαετίας και εκφράστηκε για αρκετά χρόνια με μαξιμαλιστικές θέσεις της Ελλάδας όσον αφορά στο περιεχόμενο ενδεχόμενης συμφωνίας με το γειτονικό κράτος στα βόρεια σύνορά της (καμία συμφωνία που θα περιέχει τον όρο Μακεδονία ή παράγωγά του). Ομως με το πέρασμα των χρόνων η ένταση υποχώρησε και πριν από μια δεκαετία το σύνολο σχεδόν των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων συμφώνησε ότι η επίλυση του ονοματολογικού προβλήματος μπορεί να υπάρξει μέσω γεωγραφικού προσδιορισμού του ονόματος και για χρήση έναντι όλων.
Αποτελεί θετική εξέλιξη ότι σήμερα – ύστερα από είκοσι δύο χρόνια από τη σύναψη μιας μεταβατικής συμφωνίας (Ενδιάμεση Συμφωνία Ελλάδας – ΠΓΔΜ), κάποιες εις βάρος της Ελλάδα αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων και κυρίως την κατασπατάληση πολύτιμου διπλωματικού κεφαλαίου για ένα περίπου τέταρτο του αιώνα – η Ελλάδα αναγνωρίζει ότι για να μπορεί να λειτουργήσει ως πυλώνας σταθερότητας σε μια όλο και περισσότερο ασταθή και επικίνδυνη γειτονιά απαιτείται η ιεράρχηση των στόχων της σε σχέση με τα ανοιχτά μέτωπα στο άμεσο περιβάλλον της, η διασφάλιση της εύθραυστης εθνοτικής συνοχής και της σταθερότητας της ΠΓΔΜ, που η ένταξή της στους ευρωαντλαντικούς θεσμούς αναμφίβολα θα ενισχύσει, και τελικά η υπέρβαση του φοβικού «συνδρόμου της μη επίλυσης» του προβλήματος της ονομασίας.
  
Βεβαίως »το τανγκό χρειάζεται δύο» και η σημερινή αδύναμη και ευάλωτη κυβέρνηση Ζάεφ, αν και δεν δείχνει να διακατέχεται από το «σύνδρομο της μη επίλυσης» που χαρακτήριζε την προηγούμενη εθνικιστική κυβέρνηση Γκρούεφκσι των υπερβολών και των μαξιμαλιστικών θέσεων, μπορεί να επιχειρήσει να «νομιμοποιήσει» την συγκατάθεσή της σε ενδεχόμενη κοινά αποδεκτή με την Ελλάδα φόρμουλα για το όνομα μέσα από τη διαδικασία ενός δημοψηφίσματος, το αποτέλεσμα του οποίου κάθε άλλο παρά μπορεί να προεξοφληθεί. Για αυτό και επιβάλλεται να αποφευχθεί. Μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες αντιπαράθεσης, το φοβικό «σύνδρομο της μη επίλυσης» μπορεί να εξακολουθεί να διακατέχει μέρος μόνον των πολιτικών ελίτ στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ ή να τείνει ακόμη και να ξεπεραστεί· διαθέτει όμως πολύ περισσότερα και ισχυρότερα ερείσματα στις κοινωνίες των δύο χωρών και αυτή η πραγματικότητα δεν πρέπει να υποτιμάται.
Ο Παναγιώτης Τσάκωνας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Σπουδών Ασφάλειας και Ανάλυσης Εξωτερικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.