Το θέμα που δημιουργήθηκε με τις δηλώσεις της Μποφίλιου πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που θα άξιζε ο πολιτικός λόγος μίας τραγουδίστριας της οποίας η σχέση με την πολιτική φαίνεται ότι κινείται εντός ορίων βιντεοκλίπ. Συναισθηματική και ονειρική, με περισσότερο Κοέλιο στη φόδρα της παρά επιχειρήματα. Σιγά! Ούτε η πρώτη φορά είναι που η καλλιτέχνις τοποθετεί τον μικρόκοσμό της στο κέντρο του σύμπαντος (έχει αναλύσει σημειολογικά σε συνέντευξη πώς κατουρήθηκε μικρή στο σχολείο) ούτε η τελευταία που οι πολιτικές εκτιμήσεις ενός καλλιτέχνη παράγουν ανέκδοτα (εδώ ο Ζουγανέλης είπε ότι ο κόσμος βρίζει τον Τσίπρα από …μόδα). Κατά τη γνώμη μου, όμως, όλος αυτός ο ντόρος αποδεικνύεται χρήσιμος. Διότι ανέδειξε ανάγλυφα τον ολοκληρωτισμό ηθικών πλεονεκτημάτων σύμφωνα με τον οποίον αν δεν τα προσκυνάς ευλαβικά είσαι, στην καλύτερη περίπτωση, ρουφιάνος.
Το να δημιουργείς θύτες είναι τόσο εύκολο όσο και το να δημιουργείς θύματα (Αυτά τα έχει πει προ πολλού ο Πλάτωνας στον «Φαίδρο»). Το σύστημα που συντηρεί ιδεολογικά, καλλιτεχνικά και επικοινωνιακά τη Μποφίλιου – και συντηρείται από αυτήν – ανακάλυψε σεξιστές και φασίστες στο πρόσωπο κάθε δημοσιογράφου που «τόλμησε» να κρίνει τον αφελή λόγο της τραγουδίστριας. Καθημερινές λέξεις δαιμονοποιήθηκαν στο όνομα ενός συντηρητισμού που φαίνεται αστείος την εποχή των social media. Ο Γιάννης Αγγελάκας εφηύρε ανάμεσά τους τις «γλοιώδεις αλεπούδες του νεοφιλελευθερισμού» και ο Διονύσης Τσακνής τον «ρουφιανάκο» του. Η κριτική στην Μποφίλιου «απελευθέρωσε», στην απέναντι πλευρά, μίσος και εμπάθεια όχι προς προστασίαν της ιδίας αλλά του ιδεολογικού απυρόβλητου. Πολύ πιο απειλητικό για την ουσία της ελευθεροτυπίας από τις υστερικές επιθέσεις σε εφημερίδες και δημοσιογράφους που δεν συντονίζονται με τα κυβερνητικά νταούλια.