Από εδώ αρχίζουν όλα. Από εδώ ήταν ο δρόμος του Καίσαρα, του Αννίβα προς τη δόξα. Από εδώ πέρασαν οι Φοίνικες και οι Καρθαγένες, οι Οθωμανοί και οι Βυζαντινοί. Ολοι από τη θάλασσα προερχόμαστε και στη θάλασσα θα γυρίσουμε. Η Μεσόγειος γέννησε τον κόσμο». Κάπως έτσι αρχίζει  το έργο του βρετανού θεατρικού συγγραφέα Αντερς Λουστγκάρτεν (Anders Lustgarten) «Λαμπεντούζα». Γραμμένο το 2015 κατόπιν παραγγελίας του θεάτρου Σόχο του Λονδίνου, παρουσιάζεται από το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Επίκαιρο, άμεσο και σκληρό το θέμα μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για μια διαφορετική προσέγγιση του Προσφυγικού και του Μεταναστευτικού. Πρωτότυπη, ανθρώπινη και διόλου μελό η ιστορία του Στέφανο και της Ντενίζ εξελίσσεται ανάμεσα στον Νότο και στον Βορρά της Ευρώπης. Εκείνος είναι ψαράς στο ιταλικό νησί Λαμπεντούζα, μόνο που αντί για ψάρια μαζεύει νεκρά σώματα, πτώματα. Εκείνη, μια κινεζοεγγλέζα εργαζόμενη φοιτήτρια πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα και μαζεύει χρεωστούμενες δόσεις από κόκκινα καταναλωτικά δάνεια.
Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του συγγραφέα είναι ότι μεταφέρει ένα φαινομενικά τοπικό πρόβλημα σε σφαιρικό επίπεδο. Εξω από τόπους καταγωγής και πατρίδες, δίνει παγκόσμια διάσταση σε ένα θέμα που ο ίδιος παρουσιάζει τόσο προσωπικά.
Στο λευκό, σχεδόν παγωμένο σκηνικό, με τα λίγα βράχια και την αίσθηση της θάλασσας, του κρύου ίσως και του θανάτου να φτάνει στον θεατή, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος έστησε τη δική του «Λαμπεντούζα». Με το δεδομένο ότι οι δύο ήρωες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, σαν να μη μοιράζονται την ίδια σκηνή, η παράσταση καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη συνθήκη, που καθορίζει  την εξέλιξή της. Δύο παράλληλοι μονόλογοι που όμως μοιάζει σαν ο ένας να είναι η συνέχεια του άλλου, σαν ο ένας να συμπληρώνει τον άλλο. Και το πέτυχε: η πληθωρική μορφή του ψαρά από τη μια και η λεπτεπίλεπτη, αυστηρή φιγούρα της κοπέλας από την άλλη, κινούνται και αναπνέουν μέσα στο ίδιο παγερό σκηνικό και το ζεσταίνουν. Mε τα βλέμματά τους. Και κάπου συναντιούνται, συναντήθηκαν ή θα συναντηθούν, γιατί μοιράζονται την ίδια αγάπη για τη ζωή και μια κοινή απορία-βεβαίωση: γιατί να υπάρχουν καλοί άνθρωποι.
Ο σκηνοθέτης διάβασε με ευαισθησία το έργο, δεν του στέρησε ούτε αισθήματα ούτε ανθρωπιά, παρουσιάζοντάς το με μια κανονικότητα. Ούτε όμως υπερέβαλε. Σεβάστηκε το μέτρο του συγγραφέα, την ισορροπία και την ιδιότυπη απόσταση που κράτησε από τους ήρωές του και επικεντρώθηκε στις ιστορίες του Στέφανο και της Ντενίζ.
Ο Αργύρης Ξάφης, ένας μεστός ηθοποιός, δεν στέρησε από τον ιταλό ψαρά ούτε την αμεσότητα ούτε τον αυθορμητισμό: τα περιστατικά που βιώνει γίνονται δικά του, τόσο απλά, τόσο αληθινά. Η θάλασσα, το ναυάγιο, τα πτώματα, η γυναίκα που αναζητά, η φιλία, όλοι και όλα οικειοποιούνται, γίνονται οικογένεια και πατρίδα του. Απέναντί του, πλάι του, δίπλα του η Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, μια διάφανη φιγούρα, εύθραυστη και δυνατή, ερμήνευσε την Ντενίζ με τρόπο εσωτερικό αλλά και σωματικό. Και οι δύο δεν στέρησαν από την παράσταση και τις ερμηνείες τους ούτε το (ήσυχο) χιούμορ που διαθέτει το έργο ούτε την ουσιαστική ποιητική διάστασή του. Είναι ενδιαφέρουσα η αλυσίδα που φτιάχνει ο  Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ξεκινώντας είκοσι χρόνια πριν με έργα όπως ο «Κοινός λόγος» και η «Βρωμιά». Εστιάζει στο διαφορετικό και μετατρέπει την αφηρημένη πολιτική διάσταση σε προσωπική, δίνοντάς της όνομα, σάρκα και οστά. Γι" αυτό όταν επιλέγει να πει τις ιστορίες τους, το κάνει πολύ καλά.

Μετάφραση:
Αγγελική Κοκκώνη
Σκηνοθεσία:
Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνικά-κοστούμια:
Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική:
Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί:
Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν:
Αργύρης Ξάφης, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου
Πού:
Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή (Αντισθένους 7, τηλ. 210-9212.900)