Είναι βέβαιο ότι με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού η Τουρκία επέλεξε να στείλει –ίσως με τον συνήθη άκομψο αλλά ταυτόχρονα σαφή για εκείνη τρόπο — ένα μήνυμα δυναμικής παρουσίας όσον αφορά στο μέλλον τόσο της συνεχιζόμενης Συριακής κρίσης όσο και γενικότερα της περιοχής της Μέσης Ανατολής. Δεν είναι όμως εξίσου βέβαιο ποιός είναι ο κύριος αποδέκτης του τουρκικού μηνύματος: Η Ρωσία ή κυρίως η Δύση;

Όπως είναι γνωστό τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι υποχρέωσαν τους εξωτερικούς στη Συριακή κρίση πρωταγωνιστές (ΗΠΑ και Γαλλία) σε μια δύσκολη απόφαση: την δημιουργία μιας Μεγάλης Συμμαχίας ενάντια στον κοινό εχθρό, το Ισλαμικό Κράτος (Ι.Κ.) Στη Συμμαχία αυτή θα περιλαμβάνεται υποχρεωτικά η Ρωσία, οι καθεστωτικές δυνάμεις του Άσσαντ και ενδεχομένως το Ιράν και η Σαουδική Αραβία.

Η απόφαση αυτή –η οποία ελήφθη ερήμην της Τουρκίας– είχε σημαντικές αρνητικές συνέπειες για την τουρκική ηγεσία καθώς νομιμοποίησε –έστω και βραχυπρόθεσμα– ως συνομιλητές για το μέλλον της Συριακής κρίσης την Ρωσία και τον Άσσαντ. Επιπρόσθετα έθεσε τη Ρωσία και το δυνητικό της ρόλο στο κέντρο των διπλωματικών και στρατιωτικών ενεργειών για το μέλλον της περιοχής.

Η Τουρκία βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα, στην πραγματικότητα μπροστά σε δύο αμοιβαία δυσάρεστες επιλογές: είτε να αποτελέσει μέρος της νέας Μεγάλης Συμμαχίας, με περιορισμένες όμως δυνατότητες διαμόρφωσης της στρατηγικής της τόσο όσον αφορά την αντιμετώπιση του Ι.Κ. όσο και το μέλλον της περιοχής ή να περιθωριοποιηθεί.

Επέλεξε την πρώτη, επιχειρώντας όμως ταυτόχρονα να βρεθεί στη θέση εκείνη που θα της δώσει την δυνατότητα να συνδιαμορφώσει, κυρίως με την Δύση (ΗΠΑ και Γαλλία), το περιεχόμενο αυτής της νέας Μεγάλης Συμμαχίας

Η κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους θέλησε να στείλει με τον πλέον άμεσο και αποφασιστικό τρόπο το μήνυμα στη ρωσική ηγεσία ότι η Τουρκία είναι αποφασισμένη να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην περιοχή και δεν πρόκειται να επιτρέψει σε καμία άλλη εξωτερική δύναμη να ορίζει την ατζέντα στο εγγύς περιβάλλον της Τουρκίας.

Σε αυτή την κατεύθυνση η Τουρκία διεμήνυσε επίσης ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ εναντίον όποιου παραβιάζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα καθώς και ότι η ασφάλεια της τίθεται υπεράνω ακόμη και μεγάλων οικονομικών της συμφερόντων.

Όμως ο σημαντικότερος για την τουρκική ηγεσία αποδέκτης του μηνύματος που εξέπεμψε η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους είναι η Δύση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ ο «άμεσα θιγόμενος» πρόεδρος της Γαλλίας απευθύνθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζητώντας –με βάση τις πρόνοιες που προβλέπονται στην Συνθήκη της Λισαβόνας– την «αμοιβαία συνδρομή» των μελών της, η Τουρκία επέλεξε να μεταφέρει την συζήτηση σto περισσότερο προνομιακό για εκείνη πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Ο στόχος ήταν συγκεκριμένος. Να παγιδεύσει το ΝΑΤΟ σε ανοιχτή υποστήριξη ενός συμμάχου (Τουρκίας) έναντι του «πραγματικού εχθρού» της Δύσης (Ρωσία), με τον οποίο δεν πρέπει να ξεχνά ότι έχει ανοιχτά μέτωπα (Ουκρανία).

Αν και το ΝΑΤΟ «δεν τσίμπησε» η Τουρκία κατάφερε να διεμβολίσει την ακόμα διαμορφούμενη Μεγάλη Συμμαχία υποδεικνύοντας σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη τον εαυτό της ως τον ΝΑΤΟικό εταίρο που είναι καταλληλότερος και περισσότερος αξιόπιστος από την Ρωσία να συμμετάσχει στον σχεδιασμό και την ανάληψη στρατιωτικής δράσης στην περιοχή.

Με την εντυπωσιακή στρατιωτική ενέργεια της κατάρριψης του ρωσικού μαχητικού, η Τουρκία υποδηλώνει ότι μπορεί να αναλάβει εκ μέρους της Μεγάλης Συμμαχίας ρόλους σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο στο πραγματικό πεδίο της μάχης, δηλαδή εκεί όπου οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες δεν πρόκειται να αποφασίσουν να αναπτυχθούν. Το δέλεαρ είναι μεγάλο για την Δύση. Μέσω της προσφοράς ρόλων στο πεδίο της ασφάλειας, η Τουρκία ξαναγίνεται απαραίτητος συνομιλητής της Δύσης και ο συνδιαμορφωτής των σχεδίων της για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.

Ο Παναγιώτης I. Τσάκωνας είναι καθηγητής διεθνών σχέσεων, σπουδών ασφάλειας και ανάλυσης εξωτερικής πολιτικής. στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου