Με τους έλληνες Συντηρητικούς συμβαίνει ό,τι και με τους άγγλους Εργατικούς: πρέπει να ιδρώσουν πολύ για να νικήσουν – αν και καμιά φορά ούτε οι τόνοι ιδρώτα φέρνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο λόγος είναι ότι το εκλογικό σώμα στη Βρετανία κινείται δεξιόστροφα, ενώ στην Ελλάδα αριστερόστροφα. Οι αιτίες αυτής της ροπής μπορούν να αναζητηθούν στην Ιστορία, ενδεχομένως και σε άλλες επιστήμες. Το πολιτικό αποτέλεσμα που παράγουν, πάντως, είναι αυτό: είτε με τον αστό Ράλλη στην ηγεσία της είτε με τον λαϊκό Μεϊμαράκη, η Κεντροδεξιά γνωρίζει συντριπτικές ήττες, ενώ ακόμη και οι νίκες της  οφείλονται μάλλον στην τιμωρητική διάθεση των ψηφοφόρων απέναντι στους άλλους παρά στη γοητεία που ασκεί η ίδια.  
Η κατανάλωση ιδρώτα στην πολιτική δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα εάν δεν έχει στόχο. Ο στόχος των Εργατικών στα μέσα της δεκαετίας του 1990, και αφού είχαν διανύσει μια πολιτική έρημο 18 χρόνων, ήταν το κόμμα να μη θυμίζει και πολύ Αριστερά στους ψηφοφόρους. Περίπου δέκα χρόνια μετά, η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να μη θυμίζει και πολύ Δεξιά με το εφεύρημα του «μεσαίου χώρου» και κέρδισε πέντε χρόνια εξουσίας. Αλλά τώρα; Επειτα από πέντε χρόνια κρίσης και με το Προσφυγικό να φουντώνει, οι νεοδημοκράτες πρέπει να στρίψουν και πάλι προς το Κέντρο ή να στραφούν προς τα δεξιά με την ελπίδα ότι θα επαναπατρίσουν κόσμο από τους ΑΝΕΛ και τη Χρυσή Αυγή; Μεϊμαράκης ΙΙ ή βοριδοποίηση;
Ο Σαμαράς που πόζαρε τον περασμένο Ιανουάριο στον Εβρο με φόντο τον φράχτη δεν φαίνεται να συγκίνησε πολλούς. Εκτός από πυξίδα, πάντως, χρειάζεται κι ένα πρόσωπο – στους βρετανούς Εργατικούς, για παράδειγμα, το πρόσωπο ήταν ο Τόνι Μπλερ. Αλλά ακόμη και αν οι έλληνες Συντηρητικοί βρουν τον δικό τους Μπλερ θα πρέπει να τους ευνοήσει και η συγκυρία. Γιατί ο Μπλερ ήρθε όταν είχε τελειώσει η Θάτσερ και η πολιτική της κυριαρχία. Ενώ ο Τσίπρας είναι ακόμη εδώ.