«Κοσοβάροι πρόσφυγες συγγνώμη, οι Ελληνες δεν έχουν τραγούδια για σας». Η αφισέτα με αυτή τη φράση είχε κυκλοφορήσει την εποχή του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, τότε που σχεδόν κάθε βράδυ στο Σύνταγμα γινόταν και μια συναυλία. Πολιτική, όχι αντιπολεμική, αφού τα συνθήματα δεν κάλυπταν το σύνολο των θυμάτων εκείνων των συρράξεων. Εξού και η αφισέτα. Η σύμπραξη πολιτικής και τραγουδιού έχει μακρά και πλούσια (αν και μονόπαντη) ιστορία στη χώρα. Τόσο πλούσια που συχνά εκτρέπεται στην όχθη της γραφικότητας. Διότι άξιον εστί το πολιτικό τραγούδι, όταν μάλιστα το υπογράφουν κορυφαίοι συνθέτες, αλλά τα παρατράγουδα άρχισαν τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, στα φεστιβάλ των κομματικών νεολαιών που, στην πραγματικότητα, ήταν τριήμερες συναυλίες με τους υπευθύνους, σε ρόλο καλλιτεχνικού ιμπρεσάριου, να πλακώνονται για το ποιος θα κλείσει τα καλύτερα ονόματα. Και με σταρ ειδικής εμβέλειας όπως ο Θωμάς Μπακαλάκος.
Η τάση είχε ατονήσει – για το καλό και του τραγουδιού και της πολιτικής. Η κομματική τέχνη θυσιάζει την τέχνη στο κόμμα και η πολιτική εκφράζεται με τραγούδια όταν ελλείπουν τα επιχειρήματα. (Φτάνει, ως απόδειξη, η Ραχήλ Μακρή στη συγκέντρωση της ΛΑΕ, με μπλούζα που έγραφε Red, να τραγουδά υψώνοντας τη γροθιά το «Bella ciaο»). Επανήλθε ωστόσο θριαμβευτικά στη συγκέντρωση του «Οχι» ενώ γίνονται προσπάθειες να ανοίξει με συναυλία και η αυριανή ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στο Σύνταγμα. Δεν σας φαίνεται παλιό όλο αυτό; Εμένα πολύ. Πιο παλιό και από τον Μπακαλάκο. Πιο παλιό και από τον Αίσωπο στον οποίο αποδίδεται το «Των οικιών υμών εμπιπραμένων υμείς άδετε».