Λένε ότι οι άνθρωποι χωρίζουν ουσιαστικά όχι όταν το συναποφασίζουν αλλά κάποια αόριστη στιγμή στον χρόνο καθώς, για παράδειγμα, πλένουν πιάτα ή βλέπουν ειδήσεις. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και όταν περνάμε σε μια νέα εποχή. Ετσι λοιπόν το Millennium, πριν από δεκαπέντε χρόνια, ήταν απλώς ένας χρονικός συμβολισμός για να διατυπωθούν, κατά συρροήν, επαγγελίες για τη νέα χιλιετία που άπλωναν γέφυρες στο μέλλον. Τρεις από αυτές θυμάμαι ότι είχαν εξάψει περισσότερο το ενδιαφέρον μου. Η μία αναφερόταν στην πολυτέλεια του (τότε) μέλλοντος που θα ήταν ο χρόνος, ο χώρος και η σιωπή. Η άλλη προέβλεπε την αλματώδη εξέλιξη των επικοινωνιών. Και η τρίτη μιλούσε για το τέλος των αυθεντιών. Κάπου πρέπει να έχω ακόμη το περιοδικό («Newsweek» ή «Time»;) με το σχετικό εξώφυλλο. Τρέχα γύρευε τώρα πώς, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, τις θυμήθηκα.
Η πρώτη επαγγελία νομίζω ότι προσδιόριζε, κατά κάποιον τρόπο, την ιδιωτικότητα. Υψιστη πολυτέλεια στην εποχή που η «κλειδαρότρυπα» έχει αναγνωρισθεί ως βαριά βιομηχανία και αυτονόητο δικαίωμα. Για τη δεύτερη, δεν χρειάζονται επεξηγήσεις. Φθάνει να αναλογιστεί κανείς ότι τότε ήμασταν συνεπαρμένοι από τη nouveauté των SMS ενώ σήμερα επαναστάσεις και κοινωνικά κινήματα οργανώνονται μέσα από τα social media.
Πάμε τώρα και στην τρίτη. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μου όταν είχα διαβάσει το σχετικό άρθρο. Το είχα ερμηνεύσει ως πλουραλισμό των γνωστικών πηγών και μέσων, ανατροπή της σοβαροφάνειας, ανάδειξη της εναλλακτικής ερμηνείας των γεγονότων, απεγκλωβισμό όχι μόνο από τσιτάτα αλλά και από αξιώματα. (…) Στερνή μου γνώση να σ" είχα πρώτα. Δεν ξέρω πότε ακριβώς άλλαξε η εποχή αλλά αυτό που φαντασιωνόμουν ως Αναγέννηση προέκυψε ένα στάδιο πριν από τον Μεσαίωνα. Με κομβικό σημείο τη μετάλλαξη της γνώσης σε πληροφόρηση, χωρίς μάλιστα τη στοιχειώδη επεξεργασία της πληροφορίας. Η έννοια της αυθεντίας ξέφυγε από την ελίτ της διανόησης και κατακερματίστηκε σε έναν εσμό που στο όνομα μιας ασαφούς πνευματικής δημοκρατίας θεωρεί ότι η αόριστη γνώση του αποτελεί εγκυκλοπαιδικό λήμμα και η γνώμη του θέσφατο. Τον Καστοριάδη αντικατέστησε ο Σάκης ο υδραυλικός, τον Γκαλμπρέιθ πατέρα ο Γκαλμπρέιθ υιός, το «γνωρίζω» το «έχω ακούσει» και το επιχείρημα η πομφόλυγα. Αυτή η πλήρης απαξίωση των επιχειρημάτων αποτυπώνεται καθημερινά στον προεκλογικό λόγο των πολιτικών.
Τώρα λοιπόν καταλαβαίνω γιατί θυμήθηκα – αυτήν ειδικά την εποχή που το διακύβευμα είναι η αντικατάσταση του παλιού από το νέο – τις επαγγελίες του Millennium. Και επιτέλους συνειδητοποιώ τι εννοούσε ο Λαμπεντούζα όταν έγραφε στον «Γατόπαρδο» ότι για να αλλάξουν όλα πρέπει τα πάντα να μείνουν στη θέση τους.