Πριν από δύο εβδομάδες η Ολλανδία παραληρούσε από τον πυρετό που αφορούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι Ολλανδοί κατέλαβαν απροσδόκητα την τρίτη θέση. Ο ολλανδικός εθνικισμός που είναι συνήθως βουβός μετατράπηκε για λίγο σε υποχρεωτικό ενθουσιασμό καθώς η ομάδα της Ολλανδίας προχωρούσε από νίκη σε νίκη. Στο twitter ένας σχολιαστής που άσκησε κριτική στην ολλανδική ομάδα έλαβε σχόλια που έλεγαν περίπου ότι θα έπρεπε να τον πετάξουν από ένα αεροπλάνο.
Επειτα, την Πέμπτη, ενώ πετούσε από το Αμστερνταμ στην Κουάλα Λουμπούρ, η πτήση 17 των Μαλαισιανών Αερογραμμών καταρρίφθηκε πάνω από την Ανατολική Ουκρανία. Από τους 298 επιβάτες και μέλη του πληρώματος που έχασαν τη ζωή τους, οι 193 είχαν ολλανδική εθνικότητα. Ο υποχρεωτικός ενθουσιασμός του Παγκοσμίου Κυπέλλου μετατράπηκε σύντομα σε υποχρεωτικό πένθος. Οι ολλανδοί ηγέτες ήταν πιο μετρημένοι. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε έκανε λόγο για «παντελή έλλειψη σεβασμού» των φιλορώσων αυτονομιστών αλλά απέφυγε οποιαδήποτε έντονη έκφραση θλίψης. Είναι κλισέ ότι οι Ολλανδοί είναι «εγκρατείς». Η εγκράτεια είναι μέρος της ολλανδικής ταυτότητας αλλά η χώρα έχει επιδείξει και συμπτώματα υστερίας. Με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων, εκφράζονται όλο και περισσότερο δημοσίως συναισθήματα. Οσοι δεν δείχνουν τίποτε, όσοι αρνούνται να λάβουν μέρος σε αυτήν τη συναισθηματική επίδειξη γίνονται ύποπτοι ότι έχουν συναισθηματικά προβλήματα.
Είναι όμως πραγματικά λογικό για έναν Ολλανδό να συμπάσχει περισσότερο για τους 193 νεκρούς συμπατριώτες τους από ό,τι, για παράδειγμα, για τους τέσσερις Βέλγους και τέσσερις Γερμανούς που ήταν επίσης σε εκείνη την πτήση; Θα πρέπει να λυπάται περισσότερο ένας Ολλανδός για 200 νεκρούς ξένους από όσο για 200 Ιρακινούς ή Αφγανούς που σκοτώνονται σε έναν βομβαρδισμό;
Οπως το Παγκόσμιο Κύπελλο, μια τραγωδία όπως αυτή της πτήσης 17 φαίνεται ότι είναι εργαλείο για την προώθηση της συλλογικής ταυτότητας, για να παραστήσουμε ότι η εθνική κυριαρχία των Ολλανδών εξακολουθεί να υφίσταται, για να αισθανθούμε κάτι μαζί, ως ομάδα. Το λυπηρό με το πένθος είναι ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να το μοιραστεί κανείς, ότι περιλαμβάνει εξαιρετικά προσωπικά συναισθήματα. Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να μη δείχνουν τα αισθήματά τους και να μην τα μοιράζονται ακόμη και όταν πρόκειται για το ποδόσφαιρο και τη συμφορά. Από αυτό προκύπτει ότι έχουμε επίσης το δικαίωμα να παραδεχθούμε ότι μερικές φορές δεν νιώθουμε απολύτως τίποτε. Ολόκληρος ο κόσμος θέτει αξιώσεις στα συναισθήματά μας, από την κυρία στη διπλανή πόρτα στα μέλη της οικογένειάς μας και στον επαίτη στον δρόμο, από τα νέα για τη Γάζα και την Ουκρανία, από το Κονγκό στη Συρία. Υπάρχουν συνεχώς αξιώσεις για τα συναισθήματά μας. Ομως αυτές οι αξιώσεις μάς επιφέρουν μούδιασμα, μας κάνουν να είμαστε συχνά αδιάφοροι, είμαστε αρκετά απασχολημένοι με το να προσπαθούμε να παράσχουμε συναισθηματική βοήθεια στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και πολλές φορές ούτε αυτό καταφέρνουμε να κάνουμε. Αυτό μου φαίνεται ότι είναι δείγμα όχι πως είμαστε απάνθρωποι αλλά ότι είμαστε άνθρωποι. Εάν αφήναμε να μας επηρεάσει το πόσο υποφέρει ο κόσμος θα γινόμασταν σύντομα περιπτώσεις για τους ψυχιάτρους, παρασυρμένοι από τη δύναμη ψυχοτρόπων φαρμάκων σε μια κατάσταση αδιαφορίας από την πραγματικότητα.
Το συλλογικό πένθος περιλαμβάνει διαφυγή από τη μοναξιά αλλά το «εμείς» χρειάζεται πάντα ένα «εκείνοι» – που μπορούν να γίνουν σύντομα ο εχθρός ο οποίος πρέπει να καταστραφεί. Το εθνικό πένθος δεν είναι μια εντελώς αβλαβής μορφή τού να φλερτάρει κανείς με τον εθνικισμό. Οσοι υποστηρίζουν δημόσια αυτή την υποχρέωση αρνούνται επίσης να παραδεχθούν ότι οι άνθρωποι απλώς μερικές φορές δεν μπορούν να πενθήσουν. Αναγνωρίζω την τραγωδία αυτή, αναγνωρίζω ότι πενθείτε, αλλά δεν μπορώ να θρηνήσω μαζί σας, όχι αυτήν τη στιγμή. Σήμερα απλώς δεν είναι η ημέρα μου.
Ο Arnon Grunberg είναι συγγραφέας του οποίου έχουν εκδοθεί στα ελληνικά τα βιβλία «Πόνος φάντασμα» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) και «Τίρζα, η βασίλισσα του Ηλιου» (εκδόσεις Καστανιώτη).