Τον Νοέμβριο του 2012, το Ισραήλ ξεκίνησε στη Γάζα μία επιχείρηση με την ονομασία «Αμούντ Αμάν», επί λέξει «Στήλη από σύννεφα». Η κωδική ονομασία με την οποία παρουσιάστηκε στο εξωτερικό όμως ήταν «Στυλοβάτης της Αμυνας».
Πριν από μερικές ημέρες ξεκινήσαμε μία νέα επιχείρηση ονόματι «Απόκρημνη όχθη», επισήμως γνωστή ως «Παρυφή προστασίας». Οι δύο ονομασίες που επιλέχθηκαν για το διεθνές κοινό είναι καταφανώς αμυντικές. Οταν όμως τις ακούω, θυμάμαι τη στρατιωτική μου θητεία στον ισραηλινό στρατό, η πλήρης ονομασία του οποίου είναι Ισραηλινές Δυνάμεις Αμυνας (IDF).
Θυμάμαι το χάσμα που είχα ανακαλύψει ανάμεσα στην ηθική που εκπροσωπεί η ίδια η ονομασία των IDF και τις συγκεκριμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαμε στη Δυτική Οχθη. Η αποστολή που μας είχε ανατεθεί ήταν αμυντική. Διεξήγαμε προληπτικές επιχειρήσεις για την αποσόβηση τρομοκρατικών ενεργειών. Οι φίλοι μου κι εγώ όμως καταλάβαμε γρήγορα πως το επίθετο αμυντικός δεν ήταν παρά ένας όρος που περιελάμβανε κάθε είδους ενέργειες.
Ο Μοσέ Γιααλόν, ο τότε αρχηγός του στρατιωτικού επιτελείου και σημερινός υπουργός Αμυνας, μας παρότρυνε να «κάψουμε την παλαιστινιακή συνείδηση». Μας έστελναν λοιπόν να τρομοκρατήσουμε και να τιμωρήσουμε μια ολόκληρη κοινότητα. Οι επιχειρήσεις αυτές ήταν βασισμένες στην πεποίθηση πως οι άνθρωποι αυτοί θα απείχαν από εξεγέρσεις αν τους κακομεταχειριζόμασταν, τους καταπιέζαμε και τους φοβίζαμε. Με άλλα λόγια, μία «καμένη συνείδηση» είναι μια φοβισμένη συνείδηση.
Στο πλαίσιο αυτής της πρόληψης, οι φίλοι μου κι εγώ μάθαμε να θεωρούμε κάθε Παλαιστίνιο εχθρό και ως τέτοιον έναν νόμιμο στόχο για επίθεση. Οταν ξεκινούσαμε μια επιχείρηση για να «δείξουμε την παρουσία μας», στόχος μας ήταν να τρομοκρατήσουμε και να αποπροσανατολίσουμε τον άμαχο πληθυσμό ώστε να καταλάβει πως βρισκόταν υπό τον έλεγχό μας. Εκπληρώναμε αυτόν τον στόχο περιπολώντας στους δρόμους και εισβάλλοντας τυχαία μέσα στα σπίτια κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν υποκινούνταν από καμία συγκεκριμένη πληροφορία των μυστικών υπηρεσιών.
Αλλες φορές προλαμβάναμε την τρομοκρατία επιβάλλοντας συλλογική τιμωρία σε αθώους Παλαιστινίους. Μια επιχείρηση τέτοιου είδους μάς ανατέθηκε μετά τη δολοφονία από Παλαιστίνιο ενός μικρού κοριτσιού από τον οικισμό Αντόρα. Λίγες ώρες μετά την πράξη αυτή, περικυκλώσαμε το χωριό Τουφάκ, κοντά στον οικισμό Αντόρα. Επί μία ολόκληρη ημέρα, ψάχναμε ένα προς ένα όλα τα σπίτια του χωριού.
Συλλαμβάναμε τους άνδρες και τους στέλναμε στο σχολείο του χωριού, που είχε μετατραπεί σε ανακριτικό κέντρο. Δεν βρήκαμε τίποτα, όμως σήμερα ξανασκεφτόμενος εκείνη την ημέρα συνειδητοποιώ πως δεν ήταν αυτός ο στόχος. Με αυτές τις έρευνες και τις συλλήψεις σπέρναμε τον φόβο.
Η εκτόξευση ρουκετών από τη Γάζα εναντίον ισραηλινών αμάχων είναι μια φριχτή, αδικαιολόγητη πράξη. Δεν καθιστά όμως όλους τους κατοίκους της Γάζας νόμιμους στόχους μιας μαζικής καταστροφής, όπως ακριβώς η δολοφονία ενός παιδιού δεν θα έπρεπε να είχε καταστήσει νόμιμους στόχους όλους τους κατοίκους του Τουφάκ.
Ο Yehuda Shaul είναι πρώην
αξιωματικός του ισραηλινού στρατού