Τον Αύγουστο του 2002, σε μια εκδήλωση στο πλαίσιο μιας γιορτής που διοργανωνόταν στις Πρέσπες, μια ομάδα από διακεκριμένους κυβερνητικούς παράγοντες, με εμφανή τα σημάδια της κοιλιόδουλης εκδοχής της καλοπέρασης, τραγουδούσε στο πάλκο τη «Φτωχολογιά». Το στιγμιότυπο απαθανατίστηκε από την τηλεόραση κι έμεινε, έμβλημα, να συμβολίζει τη λατρεία, από ασφαλείς και αποκατεστημένους, του λαού, του λαϊκού και της λαϊκότητας. Για τους κυβερνητικούς παράγοντες του ΠαΣοΚ εκείνης της περιόδου, οι στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου ήταν εργαλείο για τη δική τους προβολή, για το ίματζ τους. Κάπως έτσι, φροντίζοντας το ίματζ και αδιαφορώντας για την ουσία, ο πολιτικός κόσμος μάς έριξε στα βράχια.
Υποτίθεται ότι, μετά τη χρεοκοπία, στο νέο σκηνικό, ιδίως οι πολιτικοί που διεκδικούν να αλλάξουν την αντίληψη για την πολιτική δεν θα επένδυαν στο άδειο κέλυφος ενός ίματζ που, πίσω από το λούστρο της επιφάνειας, δεν υποστηρίζεται πειστικά από ανάλογη ουσία. Αλλά η πραγματικότητα συνεχίζει να μας εκπλήσσει. Και κάπως έτσι, ο υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων με τον ΣΥΡΙΖΑ, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, που πάει διακοπές στα Κουφονήσια (120 ευρώ η βραδιά το δίκλινο), ανάμεσα στα δέκα τραγούδια που αγαπά, συγκαταλέγει και το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», με τον Μπιθικώτση.
Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Σακελλαρίδης δεν έχει το ίδιο ίματζ με τους κυβερνητικούς του 2002. Είναι πιο λεπτός και πιο κομψός, είναι νέος, δεν έχει ψηθεί στον κυνισμό της πολιτικής και, πιθανόν, η υπεριδεολογικοποίηση ακόμα και της μουσικής που ακούει να είναι ειλικρινής. Ωστόσο, το ίματζ που, συνειδητά ή ασύνειδα, λανσάρει (ποιος είπε ότι το λάιφσταϊλ έχει πεθάνει;), λέει ψέματα. Κι όχι μόνο επειδή δεν μπορείς να τραγουδάς για τη Φτωχογειτονιά, όταν παραθερίζεις με άνεση – σε μια περίοδο κατά την οποία οι νέοι της ηλικίας σου, στο όνομα των οποίων εκφράζεσαι, δεν μπορούν να πάνε όχι στην Ηρακλειά, αλλά ούτε στο Νέο Ηράκλειο. Αμα το νιώθεις, μπορείς να τραγουδάς ό,τι γουστάρεις.
Αλλά ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, αγχωμένος να τα καταφέρει, παραμερίζει ό,τι νιώθει και προσπαθεί βιαστικά να χτίσει έναν δημόσιο εαυτό. Και φυσικά το κάνει με τα υλικά που προτιμά ένα δεδομένο ακροατήριο, ενός συγκεκριμένου πολιτικοποιημένου λάιφσταϊλ, του μαοϊκής καταγωγής «το προσωπικό είναι πολιτικό». Ο Παπάζογλου του θυμίζει, λενινιστικά, «του Ουλιάνωφ το μειδίαμα», ο Χατζιδάκις την ΕΡΤ που την έκλεισαν, ο Σπρίνγκστιν, μέσω του Τζον Στάινμπεκ, τη Μεγάλη Υφεση και, συνεκδοχικώς, τη σημερινή κρίση. Η μουσική για τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη είναι ένα πολιτικό εργαλείο.
Οπως, άλλωστε, και το ίματζ. Η εικόνα του ωραίου, καλού, μοντέρνου, αριστερού παιδιού ήδη έγινε γνωστή. Αλλά πόσο καιρό η εικόνα μπορεί να σκεπάζει τα λόγια που έχεις ή δεν έχεις να πεις.