Τους είχα δει το καλοκαίρι. Εσερναν κάτι τεράστιες βαλίτσες εκεί κοντά στην Πλατεία Καραϊσκάκη. Πατέρας, μητέρα, παιδιά. Τα παιδιά πρόσεξα. Το αγόρι θα ήταν 10-12 και η κοπέλα 15-16. Ο πιτσιρικάς έκανε τσαλιμάκια με τις πλάκες που εξείχαν στο πεζοδρόμιο. Σαν να έκανε προπόνηση στο ποδόσφαιρο. Η κοπέλα έκλαιγε ασταμάτητα. Η μητέρα γυρνούσε κάθε τόσο και τη «μάλωνε». Τη μια την καλόπιανε, την άλλη τη μάλωνε. Από πάνω τους οι τεράστιες αφίσες με τις επιθεωρήσεις σκορπούσαν γέλια… Η οικογένεια έστριψε στη Δηλιγιάννη. Δυο λεωφορεία τούς περίμεναν. Και άλλοι πολλοί έφθαναν από τα στενά. Φιλιά, αγκαλιές, υποσχέσεις. Κάπου εκεί τους έχασα. Ηταν οι ημέρες που οι ελληνικές εφημερίδες έγραφαν για κύμα επιστροφής στην Αλβανία. Σκεφτείτε το λίγο. Να έχεις γεννηθεί εδώ, στα Χανιά ή στην Κυψέλη, να έχεις πάει νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, ίσως και λύκειο και κάποια στιγμή να σου λέει ο πατέρας σου «αποχαιρέτα τους φίλους σου, φεύγουμε!». Από τον Σεπτέμβρη λοιπόν αρχίσαμε την έρευνα στους «Πρωταγωνιστές». Να βρούμε τα «Ελληνάκια» της Αλβανίας.
Σύμφωνα με την έκθεση του Usadis – ενός οργανισμού που χρηματοδοτείται από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και συνεργάζεται με τον αντίστοιχο οργανισμό ACIT στα Τίρανα -, την τελευταία πενταετία έχουν φύγει από την Ελλάδα και έχουν επιστρέψει στην Αλβανία 200.000 άνθρωποι. Πόσα από αυτά είναι «Ελληνάκια», επιμένω εγώ. Πόσα παιδιά ερωτεύτηκαν εδώ, έτρεξαν, έπαιξαν, αρίστευσαν και τώρα συνεχίζουν τη ζωή τους στα Τίρανα, στο Δυρράχιο, στο Ελβασάν… Το διάστημα 2004-2012 (για το οποίο έχει στοιχεία η Ελληνική Στατιστική Αρχή) γεννήθηκαν στην Ελλάδα από αλβανούς γονείς 104.225 παιδιά. Αλλά σας κούρασα με τα νούμερα. Εγώ για εκείνο το κλάμα της μικρής στην Πλατεία Καραϊσκάκη ταξίδεψα στα Τίρανα. Τα όσα κατέγραψα θα τα δείτε ίσως την Τρίτη το βράδυ στους «Πρωταγωνιστές». Τώρα θα σας πω τις ιστορίες της Εστυλιάνας, της Αννας, του Χρήστου και του Μάριου.

Αννα, η αρσακειάδα (Ετών 13, ζούσε στην Κυψέλη) – «Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό σε εμάς;» 

Η στιγμή της επιστροφής στην Αλβανία είναι η χειρότερη της ζωής της. Και η ομορφότερη όταν ήταν σημαιοφόρος στην Κυψέλη.  

«Γεννήθηκα στη Λιβαδειά αλλά όταν ήμουν ενός έτους μετακομίσαμε στην Αθήνα, στην Κυψέλη. Εκεί γεννήθηκε και η αδελφή μου, η Ελένη, που τώρα πάει Πέμπτη Τάξη. Στην Κυψέλη μεγάλωσα, πήγα νηπιαγωγείο και μετά στο 27ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών. Λόγω της κρίσης ο μπαμπάς μου έμεινε άνεργος δύο χρόνια. Και το καλοκαίρι οι γονείς μου αποφάσισαν να μετακομίσουμε στην Αλβανία. Εγώ κι η αδελφή μου δεν θέλαμε να φύγουμε από την Ελλάδα. Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό σε εμάς; Περάσαμε το χειρότερο καλοκαίρι, χωρίς φίλους, χωρίς τίποτα. Οι γονείς μας έψαξαν και μας βρήκαν ένα ελληνοαλβανικό κολέγιο, το Αρσάκειο. Ηταν το μόνο μέρος όπου μπορούσαμε να μιλάμε τη γλώσσα μας, τα ελληνικά, και να μη νιώθουμε ξένοι. Ομως ακόμα δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τα χρήματα και φοβάμαι μήπως μας σταματήσουν. Δεν θέλω να ξανανιώσω εκείνη την αίσθηση που ένιωσα όταν έφυγα από την Ελλάδα και πόσω μάλλον να ξεχάσω τα ελληνικά μου». 

Χρήστος, ο Γκρεγκ (Ετών 17, ζούσε στο Λαγονήσι) – «Κατέρρευσα. Εδώ με φωνάζανε «Ελληνα». Δεν ήξερα καν να γράφω αλβανικά»

Πίστευε ότι θα γερνούσε στην Ελλάδα, στο Λαγονήσι, κοντά στη θάλασσα, εκεί όπου μεγάλωσε. Ενα απόγευμα όμως μετά την προπόνησή του, του ανακοίνωσαν ότι επιστρέφουν στην Αλβανία. Προσπάθησε να τους πείσει να μείνει πίσω, να μην τους ακολουθήσει στα Τίρανα. Δεν τα κατάφερε. Και τώρα είναι ο Γκρεγκ (ο Ελληνας).

Να υποθέσω, άφησες και κορίτσι στην Ελλάδα;
Θα προτιμούσα να μην απαντήσω σ" αυτή την ερώτηση.
Μου είπαν ότι τα κορίτσια, όταν δύσει ο ήλιος, πρέπει να "ναι στα σπίτια.
Σε πολλές περιπτώσεις ισχύει, αλλά δεν είναι και νόμος.
Εσύ τι ώρα γυρνάς στο σπίτι;
Αν δεν έχω διάβασμα, κατά τις 10. Σε πολλές γειτονιές είναι επικίνδυνα τα πράγματα, δεν κυκλοφορείς μόνος σου το βράδυ. Γίνονται ληστείες και διάφορα άλλα.
Στην Αθήνα τι ώρα γύρναγες;
Στην Αθήνα, όταν δεν είχαμε μαθήματα, καθόμασταν στην παραλία μέχρι 1-2 τα ξημερώματα. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση επικίνδυνα και οι γονείς μου μας άφηναν μέχρι αργά.
Τι έκανε ο πατέρας σου κάτω;
Οικοδομή, όπως πολλοί άλλοι. Λαγονήσι, Βάρκιζα, Βουλιαγμένη, Κορωπί, Μαρκόπουλο.
Η μάνα;
Δούλευε σε ένα σπίτι οικιακή βοηθός.
Οταν σου είπε «φεύγουμε για Αλβανία», τι είπες;
Στην αρχή νόμιζα ότι έκανε πλάκα. Ητανε μεσημέρι, πριν φύγω για προπόνηση. Μπήκε και είπε στη μητέρα μου ότι πρέπει να γυρίσουμε. Η μητέρα μου τον ρώτησε «για τι πράγμα μιλάς;» και της λέει «θα πάμε πίσω Αλβανία».  
Ηταν άνεργος;
Ναι, είχε έξι μήνες να δουλέψει. Και εγώ καταλάβαινα ότι δεν πήγαινε άλλο, αλλά στην ιδέα ότι θα έπρεπε να αποχαιρετήσω τους κολλητούς μου, κατέρρευσα. Επρεπε να σβήσω όλα μου τα όνειρα.
Μιλάς τώρα μαζί τους;
Φυσικά, φυσικά, αυτά που έχω περάσει μαζί τους είναι χαραγμένα στην καρδιά μου.  
Ρατσισμός υπήρχε στα ελληνικά σχολεία;
Ποτέ. Δεν ξέρω για άλλους, αλλά εμένα προσωπικά δεν με έχουν αντιμετωπίσει ποτέ ρατσιστικά.
Το σχολείο εδώ;
Το σχολείο εδώ είναι ένα χάλι. Δεν υπάρχουνε κανόνες, νόμοι, τίποτα. Οποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει.  
Εχει συμμορίες;
Υπάρχουν διάφορα γκρουπάκια… Τα παιδιά είναι άγρια. Στην αρχή με φωνάζανε «Ελληνα», ναι, «Γκρεγκ»! Δεν ήξερα καν να γράφω αλβανικά.
Δεν σκέφτηκες να πεις στον πατέρα σου «δεν γυρνάω πίσω, θα μείνω Ελλάδα»;
Το συζητήσαμε. Είχα και μια πρόταση από έναν φίλο να μείνω σπίτι του. Αλλά η μάνα μου δεν με άφηνε – και ξέρετε πώς είναι οι μάνες, άμα βάλουν κάτι στο μυαλό τους, δεν τους το βγάζεις με τίποτα.  
Είναι δύσκολη η ζωή εδώ;
Εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση της κάθε οικογένειας. Αν έχεις λεφτά, όλα είναι ρόδινα.   
Αυτό βέβαια ισχύει και στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα καλοπερνάγαμε και χωρίς λεφτά. Γελάγαμε, παίζαμε το μπασκετάκι μας, κάναμε την πλακίτσα μας στην παραλία. Ηθελα να μεγαλώσω, να κάνω παιδιά, να γεράσω μαζί με τους φίλους μου. Είχα βασίσει τα όνειρά μου πάνω τους.  
Πόσο μακριά είναι από εδώ η παραλία;
Είναι μιάμιση ώρα, τρία λεωφορεία και πολλή ταλαιπωρία, αλλά όταν λέω παραλία δεν εννοώ καλοκαίρι. Λέω για την παραλία τον χειμώνα, που είναι κάτι μαγικό. Το να πηγαίνω και να κάθομαι έστω και μισή ώρα στην παραλία στο Λαγονήσι, ήταν για μένα ο παράδεισος.
Πώς ήρθαν οι γονείς σου στην Ελλάδα;
Ο πατέρας μου το "94 με τα πόδια. Και η μάνα ήρθε το "96. Με λεωφορείο από τα Τίρανα.
Εσύ τι σχέδια έχεις;
Με την πρώτη ευκαιρία θα γυρίσω στην Ελλάδα. Εκεί όπου μεγάλωσα. 

Μάριος, ο ράπερ (Ετών 22, ζούσε στο Κολωνάκι) – «Ο,τι και να κάνεις στην Ελλάδα, στο τέλος της ημέρας είσαι ξένος»



Πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του στο Κολωνάκι. Σε υπόγειο, αλλά στο Κολωνάκι. Σχολείο πήγε στο Μαράσλειο, όμως τα κορίτσια τον έβλεπαν και έστριβαν «να μην πουν ότι μιλάνε στον Αλβανό». Το ραντεβού μας στα Τίρανα ήταν στην εγκαταλελειμμένη πυραμίδα του Χότζα. Εκεί όπου ανεβαίνουν μόνο οι τολμηροί.

Καθόμαστε πάνω στα ερείπια του κομμουνισμού.
Μόνο αυτό παίζει να "χει μείνει (σ.σ.: χαμογελάει) και κάτι εργοστάσια στα προάστια.
Εσύ, βέβαια, δεν είδες τα Τίρανα να αλλάζουν, ήσουνα Ελλάδα.
Ναι, 18 χρόνια. Μάθαινα όμως τι γινόταν. Οτι χτίζανε, χτίζανε, χτίζανε και ακόμα χτίζουνε. Προσπαθούν να το φέρουνε στα ίσα του.
Και γύρισες γιατί; Οικονομικά προβλήματα;
Δούλευα σε ένα μαγαζί δύο χρόνια συνεχόμενα, το αφεντικό με είχε σαν παιδί του, αλλά κάποια στιγμή μού είπε «ξέρεις δεν μπορώ να σε κρατήσω άλλο, δεν υπάρχει δουλειά». Και είπα: πάω πίσω, κάτι θα βρω να κάνω.
Μουσικός είσαι;
Χιπ-χοπ, εδώ και εννιά χρόνια. Εχω φτιάξει ένα δικό μου στούντιο και μια δικιά μου ομάδα.
Ακούνε οι Αλβανοί χιπ-χοπ;
Εδώ όλη η νεολαία, όλα τα μικρά παιδιά θέλουν να κάνουν χιπ-χοπ. Αλλά δεν υπάρχει κάποιος να οργανώσει μια συναυλία. Πηγαίνουμε στον δήμο και ζητάμε άδεια να κάνουμε ένα λάιβ και δεν μας παίρνουν καθόλου στα σοβαρά.
Για πες μου για την Ελλάδα.
Πήγαινες σε μια πολυκατοικία, έλεγες καλησπέρα, είμαστε για το σπίτι, από πού είστε (σ.σ.: γελάει), από την Αλβανία, όχι δεν δεχόμαστε. Τελικά βρήκαμε κάποιους καλόκαρδους και μας έβαλαν σε ένα υπόγειο. Είχανε πολύ φόβο. Μας είχε βγει και το όνομα – «έρχονται οι Αλβανοί, κλέβουνε, μπαίνουν σε σπίτια». Μετά μείναμε τέσσερα χρόνια σε ένα σπιτάκι κήπου ανάμεσα σε ουρανοξύστες. Δίπλα είχε ό,τι χρειαζόταν η πολυκατοικία, παροχή ρεύματος, το πετρέλαιο, όλα αυτά. Δεν πληρώναμε πολλά λεφτά και μπορούσαμε να βάλουμε κάτι στην άκρη για ένα καλύτερο μέλλον. Εγώ πήγαινα σχολείο στο Μαράσλειο.
Καλό σχολείο!
Ναι. Τον πρώτο καιρό δεν ήξερε κανείς ότι είμαι από την Αλβανία αλλά όταν ήρθε το καλοκαίρι ρώτησαν οι καθηγητές μας πού θα πάμε διακοπές. Λέω, θα πάω στο χωριό μου, στην Αλβανία. Και εκεί το έμαθαν κανονικά όλοι. Γέλια, ουουου… Μετά δεν ήθελε κανείς να μου μιλάει, έχω ακούσει πολλά επίθετα.
Οπως;
Κωλοαλβανός – το κλασικό, σε διάφορες εκδοχές  (σ.σ.: γελάει) – κωλοαλβανέ, τράβα πίσω στη χώρα σου. Πάντως όσο περνούσαν τα χρόνια καλυτέρεψαν τα πράγματα, γιατί ήρθανε παιδιά από τη Σενεγάλη, τη Ρουμανία, ο κόσμος συνήθισε να βλέπει άτομα από άλλη εθνικότητα. Ωσπου στη Β΄ Λυκείου τα παράτησα. Επρεπε να πάω να δουλέψω γιατί δεν μπορούσα να ζητάω από τον πατέρα μου, «δώσ" μου λεφτά», δεν βγαίναμε.
Τι στίχο γράφεις;
Και ελληνικά και αλβανικά και αγγλικά. Εχω πάρει το Proficiency, το μόνο πράγμα που κατάφερα να πάρω από το σχολείο. Εκεί στις γειτονιές μας, Παγκράτι και Βύρωνα, μας ξέρουν. Μας έχουν καλέσει σε αντιρατσιστικές συναυλίες, σε συναυλίες κατά της εργασίας των παιδιών, για τα δικαιώματα των μεταναστών, έχουμε πάρει μέρος σε όλα. Εχουμε συμπέσει και με τον Killan P. Ηταν πολύ ωραίος τύπος.
Εννοείς τον Παύλο Φύσσα;
Ναι, τον Παύλο, έχει τύχει να τον δω σε δυο-τρεις συναυλίες, περάσαμε πολύ ωραία, κι όταν έμαθα για τη δολοφονία συγκλονίστηκα. Θέλουμε – δεν θέλουμε, ήταν μια επίθεση ρατσισμού. Η μουσική του Παύλου έχει τόσο μεγάλη δύναμη που επειδή κάποιοι δεν μπορούσαν να τη σταματήσουν, το φθάσανε στα άκρα.
Και τώρα τέλος η Ελλάδα; Θα προσπαθήσεις να κάνεις καριέρα εδώ;
Είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψω, έχουνε λήξει και τα χαρτιά μου… Αλλωστε, ό,τι και να κάνεις στην Ελλάδα, στο τέλος της ημέρας είσαι ξένος.

   

Εστυλιάνα, η «Παπαρίζου» (Ετών 12, ζούσε στη Λάρισα) – «Ο μπαμπάς δεν μπορούσε να βρει ούτε μεροκάματο»

Τη συνάντησα σε ένα δημόσιο σχολείο, δίπλα στο ποτάμι. Οι δάσκαλοι φοράνε άσπρες ποδιές, την εξώπορτα την ανοίγει φύλακας, τα θρανία όμως είναι παλιά και οι τάξεις πλημμυρισμένες από παιδιά.
«Στην Αθήνα γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ρέθυμνο. Μετά πήγα στη Λάρισα. Στο 10ο Δημοτικό Σχολείο. Ο μπαμπάς μου στρώνει πλακάκια και πηγαίναμε όπου έβρισκε δουλειές. Η μαμά μου δουλεύει σε καφετέριες και ταβέρνες. Οταν ο μπαμπάς μου είπε ότι θα γυρίσουμε στην Αλβανία, κλείστηκα στο δωμάτιό μου και έκλαιγα. Δεν ήθελα. Τελικά δεν μπορούσαμε να κάνουμε και αλλιώς. Ο αδελφός μου ήταν στο νοσοκομείο και ο μπαμπάς δεν μπορούσε να βρει ούτε μεροκάματο. Μου λείπουν οι φίλοι μου και η ξαδέλφη μου, γι" αυτό κλαίω. Μιλάω μαζί τους από το facebook αλλά θα ήθελα να ήμουν εκεί. Θα προσπαθήσω να σπουδάσω Μουσική και να γυρίσω στην Ελλάδα. Μου αρέσει όλη η ελληνική μουσική. Ξεχωρίζω όμως δυο τραγουδίστριες, την Ελένη Φουρέιρα και την Ελενα Παπαρίζου».