Τι σημαίνει να είσαι ερωτευμένος; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση βραχυκυκλώνει τη γλώσσα ή την οδηγεί σε λυρική διάχυση και σωρεία μεταφορικών εικόνων. Η παραφορά θολώνει το ακριβές νόημα των λέξεων, απαλείφει τα όρια των ταυτοτήτων: στα «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» (1976) ο Ρολάν Μπαρτ επιχείρησε να δείξει την αμφισημία, τη νεύρωση αλλά και τη μοναδική γοητεία αυτού του σχεδόν ανεπικοινώνητου, εύθραυστου λόγου. Αγαπημένη μαθήτρια του Μπαρτ, η Τζούλια Κρίστεβα, με εξειδικευμένες σπουδές στη σημειολογία και στη γλωσσολογία, πολύχρονη θητεία στον χώρο της ψυχανάλυσης και της φεμινιστικής δράσης, ανιχνεύει τους ερωτικούς κώδικες διευκρινίζοντας εξαρχής πως ανατέμνει τη γλώσσα τους ιστορικά, εκ των υστέρων (apres coup).
Συμπληρώνει οσονούπω την τριακονταετία η παρούσα μελέτη της (Οι «Histoires d" amour» πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1983), παραμένει ωστόσο σε πρώτη ζήτηση για τους απανταχού θιασώτες της διεπιστημονικής προσέγγισης σε μείζονα θεωρητικά θέματα. Η συγγραφέας επιχειρεί εδώ μια διαχρονική περιδιάβαση σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις του έρωτα αποτυπωμένες σε κλασικά, πασίγνωστα κείμενα της δυτικής γραμματείας, αλλά και σε μικρές προσωπικές και κοινότοπες ιστορίες, καταγεγραμμένες στη διάρκεια της θητείας της ως (ψυχ)αναλύτριας. «Εγκώμιο του έρωτα» τιτλοφορεί άλλωστε την εισαγωγική ενότητα, όπου καταθέτει τις βασικές εννοιολογικές κατηγορίες που θα δρομολογήσουν αυτό το ταξίδι (π.χ. ναρκισσισμός, αρχή της μεταβίβασης): η κυρίως ψυχαναλυτική μεθόδευσή της αναπτύσσεται περαιτέρω στο πρώτο κεφάλαιο («Ο Φρόιντ και η αγάπη. Η δυσφορία στη θεραπεία»). Η «πρωτογενής ταύτιση», η συναισθηματική προσκόλληση σε έναν Πατέρα, στην πατρική φιγούρα (ανεξαρτήτως βιολογικού φύλου), μέσω μιας διαδικασίας που συμφιλιώνει το ιδεώδες Εγώ με το ιδεώδες του Εγώ, θεωρείται αναγκαίο στάδιο για τη διάπλαση και την ωρίμαση του ατόμου – σε οριακές περιπτώσεις βέβαια (π.χ. δεσποτικές, φαλλικές μητέρες, οιδιπόδεια δράματα) αυτή η φαντασιωτική σχέση ή η έμμονη απώθησή της οδηγεί σε παρανοϊκά, υστερικά ή ψυχονευρωτικά σύνδρομα και η ταύτιση παρακωλύει τη διαμόρφωση της ταυτότητας.
Αναδρομώντας στον χρόνο, εντοπίζει την πρώτη δυναμική απολογία του δυτικού έρωτα, στην ομοφυλοφιλική του μάλιστα μορφή, στους πλατωνικούς διάλογους («Συμπόσιο», «Φαίδρος») ως έλξη από έναν ιδεώδη Αλλον και συνάμα όμοιο στον εαυτό – έρως παιδεραστής και παιδαγωγός· σχεδόν παράλληλα ο βιβλικός λόγος θα προωθήσει τον ετεροφυλοφιλικό έρωτα (με κορυφαία στιγμή το αισθησιακό Ασμα Ασμάτων). Η χριστιανική διδασκαλία προσθέτει στον αρχαιοελληνικό ερωτισμό την οικογενειακή ηθική, τη συζυγική και τη μητρική αγάπη σε αντιπαραβολή προς τη δεσποτική, πατρική αυθεντία: η εικόνα της βρεφοκρατούσας Παρθένου θα λειτουργήσει επί μακρόν σε ολόκληρη τη Δύση με τρόπο εξαγνιστικό, καθαρτικό έναντι της φαλλικής σεξουαλικότητας και του μανικού έρωτα.
Με τον οβιδιακό Νάρκισσο στις απαρχές της χριστιανικής εποχής ο αυτοερωτισμός αποκτά τον ισχυρό μύθο του: ο κατοπτρισμός του εαυτού εις εαυτόν οδηγεί σε μονολογική έξαρση που συνάμα συγκροτεί μια πρωτόγνωρη εσωτερικότητα, μια αναστοχαστική δυναμική με πλούσια αποθέματα για τους επερχόμενους αιώνες τόσο σε αισθητικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο. Στη διάρκεια της πρώιμης Αναγέννησης (12ος αιώνας) προβάλλει ο αυλικός έρωτας με ένα καινότροπο στοιχείο, την παραίτηση: η ποθητή Κυρία δεν ανταποκρίνεται πάντα στις επωδούς του τροβαδούρου της κι εκείνος, από τη μεριά του, δεν επιζητεί να την κατακτήσει αλλά να σταθμίσει την ένταση των αισθημάτων του με βάση το μέγεθος της ματαίωσής τους – μια αποκλιμάκωση του εγκόσμιου έρωτα και μετουσίωσή του σε φιλία (benevolentia)· η μακαριότητα κερδίζεται χάρη στη διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στην πληρότητα και στην έλλειψη, στη στέρηση της αγαπημένης. Στο πένθιμο πάθος των τροβαδούρων η οδύνη και ο περιορισμός της επιθυμίας γίνονται προϋπόθεση για την απόλαυση: η εξιδανικευμένη Κυρία είναι ο Αλλος που με εξιδανικεύει και με συγκροτεί ως ερωτευμένο και ποιητή («Το μυθιστόρημα του ρόδου» αποτυπώνει αυτή την προβληματική και τη ρητορική της).
Ο μποντλερικός ερωτισμός, βασιζόμενος στο σαδομαζοχιστικό παιχνίδι, στην εσωτερίκευση της «αποτυχίας», στη μόνωση του «αυτοτιμωρούμενου», αποκαλύπτει ένα διάτρητο και λαβωμένο Εγώ, ένα άλλο ναρκισσιστικό δράμα που παίζεται πίσω από τις κουίντες της επιθετικότητας, της επιδειξιμανίας, του θεατρινισμού. Η πολιτική του έρωτα, η σκόπιμη διαχείριση του πάθους ανιχνεύεται στα στανταλικά μυθιστορήματα: οι ερωτευμένοι του Σταντάλ είναι ουσιαστικά ερωτευμένοι με την εξουσία, όσο και αν η κρυστάλλωση (cristallisation), η εξιδανικευτική μεταφορά περί έρωτος του συγγραφέα, λειτουργεί καθαρά στον χώρο της φαντασίωσης.
Τα κείμενα στα οποία σταθμεύει η Κρίστεβα («Η μητέρα μου», του Μπατάιγ, είναι το τελευταίο) είναι κρίσιμα, εφόσον ο ψυχαναλυτής εξ ορισμού αντιμετωπίζει την κρίση, μια δυσφορική, τραυματική κατάσταση. Η στοχευμένη ανάγνωσή τους υπό το πρίσμα της ψυχανάλυσης και των σύγχρονων γλωσσολογικών ή φεμινιστικών εννοιών ξεδιπλώνει απροσδόκητες πτυχές και πολύσημες προεκτάσεις του νοήματός τους.
Το ελληνικό κοινό είναι πλέον εξοικειωμένο με τη γραφή της Κρίστεβα, μια και έχουν μεταφραστεί αρκετά από τα βιβλία της· παρά ταύτα η παρούσα μελέτη προβάλλει αρκετές απαιτήσεις και δυσκολίες και είναι αξιέπαινος ο μόχθος του μεταφραστή να τις εξομαλύνει. Ισως να βοηθούσε λίγο περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση η ύπαρξη ενός προλόγου ή μιας μικρής εισαγωγής. Οπωσδήποτε, πάντως, μένει το όφελος της πρόσβασης σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα περί έρωτος έργα.